Ελλάδα και Ισραήλ «κλείδωσαν» συμφωνία 650 εκατ. ευρώ για το πυραυλικό σύστημα PULS
Σε μια συμφωνία με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα, Ελλάδα και Ισραήλ προχωρούν στην προμήθεια του πυραυλικού συστήματος PULS, με το συνολικό τίμημα να ανέρχεται στα 650 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το Ισραήλ θα προμηθεύσει την Ελλάδα με εκτοξευτές και ρουκέτες, με το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας να παρουσιάζει τη συμφωνία ως ένα ακόμη βήμα στην ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Η συμφωνία δεν αφορά απλώς μια ακόμη εξοπλιστική αγορά. Αποτυπώνει τη μετάβαση της Αθήνας σε ένα μοντέλο άμυνας που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ακρίβεια, στην εμβέλεια και στην ταχεία προσβολή στόχων σε πολλαπλά επιχειρησιακά περιβάλλοντα. Το PULS της Elbit συγκαταλέγεται στα σύγχρονα συστήματα πολλαπλής εκτόξευσης πυραύλων, με δυνατότητα χρήσης διαφορετικών τύπων πυρομαχικών και βεληνεκές που, ανάλογα με το φορτίο, μπορεί να ξεπερνά τα 300 χιλιόμετρα. Σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον όπου η Ανατολική Μεσόγειος, το Αιγαίο και ο Έβρος αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος, η επιλογή του συγκεκριμένου συστήματος ενισχύει αισθητά την ελληνική δυνατότητα ταχείας και ευέλικτης αποτροπής.
Η επιχειρησιακή σημασία της προμήθειας είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα επιδιώκει να καλύψει κενά σε πυραυλικό πυροβολικό μεγαλύτερης ακρίβειας και διαλειτουργικότητας. Από την άλλη, το PULS εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ανασχεδιασμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, με έμφαση σε συστήματα που μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά έναντι μιας πολυεπίπεδης απειλής. Η σχετική συζήτηση στην Αθήνα έχει συνδεθεί ήδη από τα τέλη του 2025 με την ανάγκη ενίσχυσης των ανατολικών συνόρων και της νησιωτικής άμυνας, ενώ οι σχεδιασμοί αυτοί εντάσσονται στο συνολικότερο πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού της χώρας.
Την ίδια ώρα, η συμφωνία επιβεβαιώνει ότι οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις έχουν ξεπεράσει προ πολλού το επίπεδο της διπλωματικής συνεννόησης και έχουν περάσει σε φάση δομημένης στρατηγικής συνεργασίας. Τα τελευταία χρόνια, οι δύο χώρες έχουν πυκνώσει τις κοινές ασκήσεις, έχουν αναπτύξει συνεργασία στην αεροπορική εκπαίδευση και συζητούν παράλληλα και άλλες συμπράξεις στην αεράμυνα, στην αντιπυραυλική προστασία και στα συστήματα αντιμετώπισης drones. Υπό αυτό το πρίσμα, το PULS δεν είναι ένα μεμονωμένο συμβόλαιο, αλλά μέρος ενός ευρύτερου αμυντικού άξονα που αποκτά όλο και πιο σταθερά χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η βιομηχανική διάσταση του προγράμματος. Προηγούμενες αναφορές για τη συμφωνία έκαναν λόγο για 36 εκτοξευτές και για συζητήσεις σχετικά με τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών είτε στην παραγωγή υποσυστημάτων είτε στη συντήρηση και υποστήριξη του οπλικού συστήματος. Εφόσον αυτό το σκέλος αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο, η συμφωνία θα αποκτήσει προστιθέμενη αξία και για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, η οποία επιδιώκει να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα της επόμενης δεκαετίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, η χρονική συγκυρία δεν είναι αδιάφορη. Η Ελλάδα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας και στην πίεση για ταχεία αναβάθμιση της αποτρεπτικής της ισχύος. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο επιλεκτική αλλά και πιο φιλόδοξη εξοπλιστική στρατηγική, στην οποία τα συστήματα μακρού πλήγματος αποκτούν αυξημένη σημασία. Η συμφωνία για το PULS, όπως αναδεικνύεται από το δημοσίευμα του Bloomberg, δείχνει ότι η Αθήνα επενδύει όχι μόνο στην ενίσχυση των οπλοστασίων της, αλλά και στη διαμόρφωση ενός νέου επιχειρησιακού δόγματος για τις κρίσεις του αύριο.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




