ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ

Οικονομικά Άρθρα και Ειδήσεις με άποψη

Ζητείται «φρέσκο χρήμα»

Share:

Την ανάγκη να υπάρξει άμεση ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας με πρόσθετη ρευστότητα κατέδειξαν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την πορεία της οικονομίας κατά το β’ τρίμηνο της φετινής χρονιάς.

Το «φρενάρισμα» των δημόσιων δαπανών -ακόμη και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων- για να προκύψουν τα πρωτογενή πλεονάσματα, η περιορισμένη χορήγηση «φρέσκου» χρήματος από τις τράπεζες, για τις οποίες το πρωτεύον είναι να μειώσουν το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων, η συγκράτηση των μισθών στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αλλά και η μείωση των επενδύσεων -ακόμη και των άμεσων ξένων- στάθηκαν εμπόδια στο να υπάρξει υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης.

Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στο τι θα συμβεί κατά το 2ο εξάμηνο της φετινής χρονιάς. Δεδομένου ότι άμεσες ουσιαστικές μεταβολές στις αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα δεν αναμένονται, το ενδιαφέρον εστιάζεται στο κατά πόσο θα ρίξουν νέο χρήμα στην αγορά οι τράπεζες -πληροφορίες τις φέρνουν να δανείζουν φέτος περίπου 11 δισ. ευρώ έναντι 8,6 δισ. ευρώ πέρυσι-, αλλά και το δημόσιο το οποίο «χρωστάει» δαπάνες 5,5 δισ. ευρώ μέσα στους τελευταίους μήνες του χρόνου μέσω του ΠΔΕ. Θετικά μπορεί να συμβάλει τόσο η συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας όσο και η διαδικασία επιστροφής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου, ενώ προβληματισμός υπάρχει για την επίπτωση που θα έχει η υπερσυγκέντρωση των φορολογικών βαρών στους τελευταίους μήνες του χρόνου.

 Ιδιωτική κατανάλωση 

Ρευστότητα στην οικονομία μπορεί να πέσει και από τα νοικοκυριά, αρκεί να βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι. Στο 1ο τρίμηνο η ιδιωτική κατανάλωση εμφάνισε θετικό ποσοστό της τάξεως του 0,8%, ωστόσο ο προβληματισμός σχετικά με το αν μπορεί να γίνει το ίδιο και μέσα στο β’ εξάμηνο παραμένει έντονος. Και αυτό διότι το β’ εξάμηνο είναι «φορτωμένο» με όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις της φετινής χρονιάς (ΕΝΦΙΑ, φόρος εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, αλλά και τέλη κυκλοφορίας), ενώ αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα δεν αναμένεται να υπάρξουν τόσες ώστε να κάνουν τη διαφορά. Η μόνη ουσιαστική αλλαγή προς το θετικό μπορεί να προκύψει από τη συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας.

Όσον αφορά τις αλλαγές που προωθούνται στα εργασιακά, οι επιπτώσεις δεν θα είναι άμεσες. Η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων που υπεγράφη από την υπουργό Εργασίας μένει να φανεί στην πράξη πόσους εργαζόμενους αφορά, καθώς η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων στους τέσσερις κλάδους ήδη αμείβεται με βάση τα όσα προβλέπει η κλαδική σύμβαση. Όσον αφορά την πιθανή αύξηση του κατώτατου μισθού, αυτή ούτως ή άλλως θα γίνει από το νέο έτος, ενώ άμεσα θα αφορά έναν μικρό αριθμό εργαζομένων που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό (εκτιμάται σε περίπου 7%-8% του συνόλου των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα).

 Ληξιπρόθεσμες οφειλές δημοσίου 

Το δημόσιο διαθέτει ρευστότητα για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν συσσωρεύσει οι φορείς του προς τον ιδιωτικό τομέα με πόρους που προέρχονται τόσο από τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού όσο και με την τελευταία δόση του δανείου που έχει χορηγηθεί από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας στις 15 Ιουνίου (σ.σ.: πρόκειται για τη δόση του ενός δισ. ευρώ η οποία ακόμη δεν έχει διοχετευτεί στην αγορά).

Σήμερα, το υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να ανακοινώσει την πορεία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου για τον μήνα Ιούλιο. Μέχρι και το τέλος του πρώτου εξαμήνου το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου διαμορφωνόταν στα 2,016 δισ. ευρώ έναντι 2,553 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2017. Δηλαδή, στο πρώτο εξάμηνο η «καθαρή» μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων ήταν της τάξεως των 500 εκατ. ευρώ, ενώ για το δεύτερο εξάμηνο ο πήχης έχει μπει υψηλότερα καθώς προβλέπει τον μηδενισμό των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Όσον αφορά τις εκκρεμείς επιστροφές φόρου, αυτές διαμορφώνονταν στα 706 εκατ. ευρώ από 765 εκατ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2017. Είναι πολύ πιθανό ότι τα στοιχεία που θα ανακοινωθούν σήμερα θα καταδείξουν αύξηση των επιστροφών φόρου σε εκκρεμότητα λόγω και της ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης των φορολογικών δηλώσεων μέσα στον Ιούλιο και όχι στην προγραμματισμένη ημερομηνία της 30ής Ιουνίου.

 Φρενάρει η εκταμίευση κονδυλίων του ΠΔΕ 

To Ελληνικό Δημόσιο είχε αρνητικό ρόλο στο πρώτο εξάμηνο όσον αφορά τις επενδύσεις, καθώς η δαπάνη του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων ενώ ήταν προγραμματισμένο να παρουσιάσει αισθητή αύξηση σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, τελικώς κινείται -πάνω κάτω- στα ίδια επίπεδα με πέρυσι. Στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ανήλθαν στο 1,233 δισ. ευρώ έναντι στόχου 1,99 δισ. ευρώ και περσινής δαπάνης 1,114 δισ. ευρώ. Η διαφορά έναντι του φετινού στόχου για το εξάμηνο ανήλθε στα 757 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για πόρους που ναι μεν ενίσχυσαν από τη μία το πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά από την άλλη αποτελούν πόρους που έλειψαν από το ΑΕΠ και το σκέλος των επενδύσεων.

Υστέρηση αποτυπώθηκε και στο σκέλος των εσόδων του ΠΔΕ, με τις εισροές από την Ε.Ε. να είναι αυξημένες μεν έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου (1,218 δισ. έναντι 892 εκατ. πέρυσι), αλλά μειωμένες σε σχέση με τον στόχο περιόδου του 1,407 δισ. ευρώ. Το ζητούμενο είναι τώρα τι θα γίνει στο 2ο εξάμηνο της φετινής χρονιάς. Σε επίπεδο έτους, έχει προβλεφθεί ότι η δαπάνη του ΠΔΕ θα φτάσει στα 6,75 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 1 δισ. ευρώ από το εθνικό σκέλος του ΔΠΕ και τα 5,75 δισ. ευρώ από το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος. Αν ληφθούν υπ’ όψιν και οι επιδόσεις του 7μήνου, θα πρέπει τα στατιστικά στοιχεία της περιόδου από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο να δείξουν δαπάνη 5,5 δισ. από το ΠΔΕ και έσοδα περίπου 2,4 δισ. ευρώ.

 Τραπεζικη χρηματοδότηση 

Πηγή ρευστότητας για την ελληνική οικονομία μπορεί να αποτελέσει η χορήγηση δανείων από την πλευρά των τραπεζών για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε σε πρόσφατο δημοσίευμά του το Bloomberg, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αναμένεται να χορηγήσουν δάνεια συνολικού ύψους 11 δισ. ευρώ στην αγορά, ποσό μεγαλύτερο σε σχέση με τα 8,6 δισ. του 2017. Βέβαια, η επίτευξη του στόχου για τη χορήγηση «φρέσκου» χρήματος στην αγορά εξαρτάται και από την υλοποίηση του στόχου για την πορεία αποκλιμάκωσης των «κόκκινων» δανείων. Στο τέλος του χρόνου το «απόθεμα» των «κόκκινων» δανείων θα πρέπει να περιοριστεί κοντά στα 80 δισ. ευρώ, στόχος ο οποίος θα επιδιωχθεί να επιτευχθεί και μέσα από τις ρυθμίσεις κα τις τιτλοποιήσεις, αλλά και από την αύξηση της πίεσης προς τους δανειολήπτες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.

 Ιδιωτικές επενδύσεις 

Η αποτύπωση νέας μείωσης στο «ακαθάριστο σχηματισμού παγίου κεφαλαίου» κατά τη διάρκεια του β’ τριμήνου δεν αποτέλεσε έκπληξη καθώς είχαν υπάρξει αρνητικά δείγματα από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι υποχρεώσεις των άμεσων επενδύσεων -οι οποίες σε μεγάλο βαθμό αποτυπώνουν την πορεία των άμεσων ξένων επενδύσεων- μειώθηκαν στα 2,035 δισ. ευρώ το α’ εξάμηνο της φετινής χρονιάς από τα 2,126 δισ. ευρώ το α’ εξάμηνο του 2017. Βέβαια, είχε προηγηθεί η πολύ μεγάλη αύξηση από τα 744 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2016, κάτι που αποτυπώθηκε στατιστικά λόγω της απόκτησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων από τη γερμανική Fraport. Αντίστοιχη επένδυση δεν υπήρξε στο πρώτο εξάμηνο του 2018 και τα νούμερα εμφάνισαν υποχώρηση. Έτσι, η προσέλκυση επενδύσεων -και κατά κύριο λόγο ξένων καθώς οι Έλληνες επενδυτές αντιμετωπίζουν τα γνωστά προβλήματα ρευστότητας- παραμένει ένα ακόμη μεγάλο ζητούμενο για την περαιτέρω πορεία της ελληνικής οικονομίας.

 ΥΠΟΙΚ: Στο 2,2% ο ρυθμός του ΑΕΠ 

Στο 2,2% διαμορφώνεται στο πρώτο εξάμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ποσοστό που είναι «συμβατό» με τη σχετική πρόβλεψη του βασικού μακροοικονομικού σεναρίου που ενσωματώνεται στο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής (+1,9%), αναφέρει σε σχετική ανακοίνωσή του το υπουργείο Οικονομικών σχολιάζοντας τις επιδόσεις της οικονομίας για το β’ τρίμηνο.

«Αυτή είναι και η καλύτερη επίδοση οικονομικής μεγέθυνσης 1ου εξαμήνου από το 2007» συμπληρώνει. Για το υπουργείο Οικονομικών: Εδραιώνεται η ανάκαμψη της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών ως συνέπεια της αύξησης της απασχόλησης και της βελτίωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης με την καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών να αυξάνεται κατά 1% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2017. Όσον αφορά τη μείωση των επενδύσεων κατά 5,4% σε σύγκριση με το 2ο τρίμηνο 2017, τονίζεται ότι αυτή οφείλεται αποκλειστικά στην πτώση του μεταφορικού εξοπλισμού, ενώ όλες οι άλλες συνιστώσες των επενδύσεων παρουσίασαν σημαντική αύξηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το υπ. Οικ.: οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό ενισχύθηκαν κατά 19,3%, ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας κατά 15,4%, οι λοιπές κατασκευές κατά 6,9% και οι κατοικίες κατά 5,1%.

 

naftemporiki

Like
Like Love Haha Wow Sad Angry
Previous Article

Νέα χαλάρωση των capital controls το φθινόπωρο

Next Article

Πού θα κριθεί η δημοσκοπική ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί επίσης να σας αρέσουν:

Προτεινόμενα:
Απειλείται εκ νέου το ψυχολογικό όριο των 700 μονάδων με…