Η Φορολογία κατά την Τουρκοκρατία : Το «στρώσιμο των τεφτεριών», το «μπουγιουρντί», τα «Χαρατσοχάρτια, οι «Γυφτοχαρατζήδες», οι «τζερεμέδες» και ο «Τεφτέρ Κεχαγιάς»
Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής
Επιστημονικός Συνεργάτης Taxheaven
Περιεχόμενα
1. «Αυτοκρατορίες καταρρέουν, νομίσματα εξαφανίζονται, αλλά οι Φόροι δεν φεύγουν
ποτέ, απλώς αλλάζουν όνομα.»
2. Η Φορολογία κατά την Τουρκοκρατία
3. Ο Φόρος της «Δεκάτης»
4. Το «Χαράτσι» και τα «Χαρατσοχάρτια»
5. Οι «Γυφτοχαρατζήδες»
6. «Αγγαρείες» και «τζερεμέδες»
7. Τα Φορολογικά Κατάστιχα, ο Δεφτέρ (ή τεφτέρ) Κεχαγιάς, τα «Φιρμάνια»
και τα «Μπουγιουρντιά»
8. Η Ενοικίαση των Φόρων
9. Το «στρώσιμο των τεφτεριών» και οι «Λυκόμορφοι φορολόγοι»
«Εάν φονευθώσιν όλοι οι Έλληνες, ποίος θα πληρώνη το χαράτσι;»
Χασάν Γαζή πασάς (Τζεζαϊρλής) – Τούρκος ναύαρχος & βεζύρης (1713-1790)
(αποτρέποντας τους Τούρκους να προβούν σε γενοκτονία των Ελλήνων μετά τα Ορλωφικά (μία από τις αποτυχημένες
εξεγέρσεις των υποδουλωμένων Ελλήνων) , το 1774) [Πηγή: www.gnomikologikon.gr ]
1. «Αυτοκρατορίες καταρρέουν, νομίσματα εξαφανίζονται, αλλά οι Φόροι δεν φεύγουν ποτέ, απλώς αλλάζουν όνομα»
Α.
Η φορολογία ιστορικά χρησιμοποιήθηκε συχνά ως λάφυρο του κατακτητή και μέσο επιβολής εξουσίας. Σε
περιόδους κατακτήσεων, οι φόροι λειτουργούσαν ως μηχανισμός εκμετάλλευσης των υποτελών πληθυσμών, όπως στη Ρωμαϊκή
ή την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι κατακτητές επέβαλλαν βαριές εισφορές για να χρηματοδοτούν στρατούς και διοίκηση.
Αντίστοιχα, και οι κυβερνήτες σε περιόδους απόλυτης εξουσίας χρησιμοποιούσαν τη φορολογία για ενίσχυση της δύναμής
τους. Έτσι, ο φόρος δεν ήταν μόνο οικονομικό εργαλείο, αλλά και σύμβολο κυριαρχίας και ελέγχου.
Β.
Η διαχρονική μεταβολή των τύπων των φόρων αντανακλά την εξέλιξη των κοινωνιών και των οικονομιών.
Δεκάτη
Εμφανίστηκε ήδη από την αρχαιότητα και καθιερώθηκε ευρέως στον Μεσαίωνα ως φόρος 10% στην αγροτική παραγωγή. Στην
Ελλάδα εφαρμόστηκε κατά την Τουρκοκρατία και στα πρώτα χρόνια του Νεοελληνικού Κράτους (έως το 1880).
Χαράτσι
Εμφανίστηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος αιώνας) ως κεφαλικός φόρος για μη μουσουλμάνους. Ίσχυσε για αιώνες
μέχρι την κατάργησή του τον 19ο αιώνα με τις μεταρρυθμίσεις Tanzimat ( Οι μεταρρυθμίσεις Tanzimat (1839-1876) ήταν
μια περίοδος εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που αποσκοπούσε στην επιβίωση του
κράτους μέσω της ισονομίας όλων των πολιτών (ανεξαρτήτως θρησκεύματος), της δυτικοποίησης των δομών, της
στρατιωτικής ανασυγκρότησης και της οικονομικής φιλελευθεροποίησης, υπό την πίεση τόσο εσωτερικών αναγκών όσο και
των Μεγάλων Δυνάμεων) .
Ο όρος «χαράτσι» στην Ελλάδα έχει αποκτήσει ιστορικά τη σημασία ενός επαχθούς και άδικου, ο οποίος συχνά
επιβάλλεται αιφνιδιαστικά, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των πολιτών.
Χαρτόσημο
Εμφανίστηκε στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα (π.χ. Αγγλία) ως φόρος σε έγγραφα και συναλλαγές. Στην Ελλάδα εφαρμόστηκε
μετά τη σύσταση του κράτους και διατηρείται μέχρι σήμερα (Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγών) σε περιορισμένες περιπτώσεις.
Αποτελεί έναν από τους παλαιότερους έμμεσους φόρους που επιβιώνουν.
Φόρος Εισοδήματος
Εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα (ιδίως στη Βρετανία το 1799). Στην Ελλάδα
θεσπίστηκε τον 20ό αιώνα και εξελίχθηκε σε βασικό πυλώνα φορολόγησης.
Φόροι Περιουσίας
Υπήρχαν από την αρχαιότητα (φόροι γης), αλλά εξελίχθηκαν σε σύγχρονη μορφή τον 19ο–20ό αιώνα. Στην Ελλάδα
εφαρμόστηκαν με διάφορες μορφές και πιο πρόσφατα με τον ΕΝΦΙΑ.
Φ.Π.Α. (Φόρος Προστιθέμενης Αξίας)
Εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα (πρώτα στη Γαλλία το 1954) ως σύγχρονος φόρος κατανάλωσης. Στην Ελλάδα εφαρμόστηκε το
1987 στο πλαίσιο της ΕΟΚ. Ισχύει μέχρι σήμερα και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους έμμεσους φόρους.
Γ.
Τα βασικά και διαχρονικά ερωτήματα παραμένουν : πόσο δίκαια κατανέμονται οι φόροι και σε ποιο βαθμό
επιστρέφουν στην κοινωνία ως ουσιαστική πολιτική. Η φορολογική δικαιοσύνη δεν αφορά μόνο το πόσο πληρώνει κανείς,
αλλά και το αν το βάρος κατανέμεται ανάλογα με τη δυνατότητα του καθενός. Ταυτόχρονα, τίθεται το ερώτημα της
αποτελεσματικότητας: αν οι φόροι μετατρέπονται πράγματι σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική στήριξη. Σε
πολλές περιπτώσεις, η απόσταση μεταξύ φορολόγησης και ανταποδοτικότητας δημιουργεί δυσπιστία. Έτσι, η ισορροπία
μεταξύ δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα κάθε σύγχρονου κράτους.
2. Η Φορολογία κατά την Τουρκοκρατία
Το φορολογικό σύστημα που ίσχυε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία περιλάμβανε τρεις κύριες κατηγορίες φόρων: τους ιερούς
φόρους, τους κρατικούς φόρους και τέλος τους αυθαίρετους φόρους.
Στους τακτικούς έγγειους φόρους υπάγονταν [εκτός της δεκάτης» ] και άλλοι, που ενίοτε σχετίζονταν έμμεσα με τη
γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή. Τέτοιου είδους φόροι ήταν ο φόρος μύλων και ο φόρος άλεσης καφέ.
Άλλη κατηγορία τακτικών φόρων ήταν οι «bad-i-hava, destbani» και διακρίνονταν σε τέσσερα είδη: «δικαίωμα γάμου»,
«φόρος εγκλημάτων και ανθρωποκτονιών», «φόρος μεταβίβασης γης» και «φόρος καπνού » [ Ο «φόρος καπνού» δεν ήταν
φόρος καπνοκαλλιέργειας αλλά φόρος επί των οικιών-εστιών. Τον κατέβαλλαν οι ξένοι που κατά τη διάρκεια του χειμώνα
παρέμεναν σε οικήματα του τιμαρίου ] .
Στους τακτικούς φόρους εντασσόταν και ο ιστηράς, δηλαδή η αναγκαστική πώληση μέρους της παραγωγής στο κράτος, σε
τιμές που καθορίζονταν από αυτό, κάτω από τις τιμές αγοράς, ώστε να εξασφαλίζεται η επάρκεια σε καταναλωτικά αγαθά
των μεγάλων αστικών κέντρων, ιδίως της Κωνσταντινούπολης. Τον φόρο αυτόν κατέβαλλαν και οι Μωαμεθανοί. Επιβαλλόταν
κυρίως στο σιτάρι, το κριθάρι και τα πρόβατα.
Η δεύτερη κατηγορία των φόρων επί Τουρκοκρατίας περιλάμβανε τους «κρατικούς φόρους». Σε αυτήν την κατηγορία
υπάγονταν οι αβαρίζ (avariz) και τα έξοδα της δημόσιας διοίκησης.
Οι αβαρίζ ήταν αρχικά μια έκτακτη εισφορά του πληθυσμού για την αντιμετώπιση εξαιρετικών αναγκών του κράτους,
αργότερα όμως εξελίχθηκε σε τακτικό φόρο [ Κάτι δηλαδή σαν τον ΕΝ.Φ.Ι.Α ]. Το συνολικό ποσό που πλήρωνε κάθε
επαρχία ήταν συχνά αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ της οθωμανικής εξουσίας και των εκπροσώπων του λαού της
επαρχίας.
Οι δαπάνες της δημόσιας διοίκησης και των δημοσίων έργων διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: α. έξοδα παροχής
υπηρεσιών (π.χ. η αμοιβή των έφιππων ταχυδρόμων, του διερμηνέα του πασά), β. μισθοδοσία αξιωματούχων, η οποία
αφορούσε τόσο σε στρατιωτικούς αξιωματούχους και τη συνοδεία τους, όσο και σε δικαστικούς και διοικητικούς
αξιωματούχους, γ. έξοδα δημοσίων έργων, που περιλάμβαναν και την κατασκευή, συντήρηση ή και επισκευή των φρουρίων,
των δρόμων, των χώρων εργασίας και κατοικίας των κρατικών υπαλλήλων.
(Πηγή 1 : Η φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων στην Ελλάδα
Παναγιώτα Δ. Κουνούκλα – Εργασία ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ
https://www.ekdd.gr/ekdda/files/ergasies_esdd/17/2/1010.pdf
)
Οι αυθαίρετοι φόροι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδιαίτερα κατά τον 17ο-19ο αιώνα, αποτέλεσαν κύριο χαρακτηριστικό
της παρακμής του κεντρικού ελέγχου και της οικονομικής καταπίεσης των υποδούλων πληθυσμών, κυρίως των χριστιανών.
3. Ο Φόρος της «Δεκάτης»
Από τους ιερούς φόρους, σημαντικότερος ήταν ο έγγειος φόρος, η «δεκάτη», που απέρρεε από την υποχρέωση καταβολής
του 1/10 της παραγωγής.
Ανάλογα με το προϊόν, ίσχυε και διαφορετική φορολογία. Για παράδειγμα, για τα δημητριακά, το ρύζι, τα όσπρια και
τις ζωοτροφές οι Μωαμεθανοί έδιναν το 1/8 της παραγωγής τους και οι Χριστιανοί το 1/7.
Η δεκάτη συγκεντρωνόταν από τους ίδιους τους Έλληνες για λογαριασμό των κυριάρχων τους. Σε κάθε περιφέρεια
καταλογιζόταν ένα ορισμένο ποσό φόρων και η περαιτέρω κατανομή του ποσού αυτού είχε ανατεθεί σε κλήρο και στους
προεστούς. Σε ορισμένα μέρη, τα πρόσωπα που διέθεταν την εξουσία αυτή διορίζονταν από την Πύλη, ενώ σε άλλα
εκλέγονταν από το λαό.
(Πηγή 1 )
Ο βασικός φόρος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήταν αυτός της «δεκάτης». Δηλαδή σε κάθε δέκα ίσα μέρη
αγροτικής παραγωγής, το ένα μέρος το έπαιρνε ο εκπρόσωπος της Οθωμανικής εξουσίας. Το λαμβανόμενον
«δέκατον», δεν θεωρούταν φόρος, αλλά δικαίωμα ιδιοκτησίας, διότι κύριος όλης της γης εθεωρείτο ο Σουλτάνος.
Το κράτος υπενοικίαζε συνήθως το δικαίωμα είσπραξης της δεκάτης σε τοπικούς άρχοντες.
« … αμέσως μεν άμα τη Επαναστάσει το φορολογικόν σύστημα έμεινε προσωρινώς το αυτό, ως επί Τουρκοκρατίας,
καταργηθέντος μόνον του κεφαλικού φόρου (χαράτζ), όστις είχε δουλικόν χαρακτήρα, ως και των αυθαιρέτων
παραεισπράξεων, διά θεσπίσματος δε του Βουλευτικού (αρ. 10 από 26 Απριλίου 1822) ωρίσθησαν οι έγγειοι φόροι ως
εξής:
α) Από καρπούς και γεννήματα και όλα τα προϊόντα το εν εις τα δέκα,
β) Από ορύζια δύο εις τα δέκα.
γ) Εξ’ εθνικών κτημάτων τρία εις τα δέκα»
(Α. Δ. Σίδερι, «Η ιστορική εξέλιξις της γεωργικής μας φορολογίας », Αθήνα 1931
[ Δείτε περισσότερα στο άρθρο μας :
Η «Δεκάτη» – Ο πρώτος φόρος του Νεοελληνικού Κράτους
]
4.
Το «Χαράτσι» και τα «Χαρατσοχάρτια»
.png)
( «Χαρατσοχάρτια»)
Τα «Χαρατσοχάρτια», ήταν Αποδείξεις Πληρωμής Κεφαλικού Φόρου (Χαράτσι) (Κάτι σαν «Φορολογική Δήλωση»,
«Φορολογική Ενημερότητα» και «Άδεια Κυκλοφορίας» μαζί )
Από το 1691 και μέχρι την κατάργηση του κεφαλικού φόρου το 1839, όλοι οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας έπρεπε με την καταβολή του φόρου να εφοδιάζονται κάθε χρόνο με αποδείξεις, που όφειλαν να φέρουν
μαζί τους. Oι αποδείξεις είχαν τρία διαφορετικά χρώματα, ανάλογα με τη φορολογική κατηγορία στην οποία ανήκε ο
φορολογούμενος (ανώτερη, μέση και κατώτερη). Oι αποδείξεις έφεραν πέντε ή έξι σφραγίδες μεγάλου μεγέθους, οι
οποίες ανέγραφαν την κατηγορία του φορολογουμένου, το έτος πληρωμής, τη φορολογική περιοχή και τα ονόματα των
υπαλλήλων που εισέπρατταν το φόρο, και έπρεπε να συμπληρώνονται με το όνομα του φορολογουμένου.
Tο Άγιον Όρος ήταν υποχρεωμένο να πληρώνει κάθε χρόνο για τρεις χιλιάδες αποδείξεις (από αυτές 10% ήταν της
ανώτερης κατηγορίας, 10% της κατώτερης και οι υπόλοιπες της μέσης), που παραδίνονταν στην Iερά Kοινότητα και
κατόπιν μοιράζονταν στις μονές ανάλογα με τον αριθμό των μοναχών της καθεμιάς. Mέ χαρατσοχάρτια εφοδιάζονταν οι
μοναχοί που έβγαιναν από το Άγιον Όρος. Mεγάλος αριθμός αχρησιμοποίητων αποδείξεων σώζεται σε όλα τα μοναστήρια.
Kάθε φύλλο χάρτου αποτελείται από τέσσερις άκοπες αποδείξεις.
.jpg)
[Πηγή :
https://www.elpenor.org/athos/gr/g218dn9.asp
]
Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αποδείξεων πληρωμής διαφόρων άλλων φόρων του οθωμανικού κράτους (φόρου
δεκάτης, αιγοπροβάτων, τελωνεικών δασμών κ. λπ.). Αντιθέτως, είναι λίγα – αλλά εξαιρετικά χρήσιμα – τα αποσπάσματα
του αυτοκρατορικού κτηματολογίου, στα οποία καταγράφονται τα βατοπαιδινά κτήματα, και οι διαταγές (μπουγιουρντί)
πολιτικο-στρατιωτικών διοικητών της περιοχής. Εκτός όλων αυτών, στο οθωμανικό αρχείο υπάρχει και ένα πλήθος άλλων
εγγράφων (πιστοποιητικά, διαβατήρια, επιστολές κ. ά.)
[Πηγή :
https://www.vatopedi.gr/i-moni/vivliothiki-i-m-vatopediou/archia-i-m-vatopediou/to-othomaniko-archio/to-othomaniko-archio/
]
Στην πρωτεύουσα της κάθε επαρχίας γινόταν η παραπέρα κατανομή κατά καζά (επαρχία) από το συμβούλιο του διοικητή,
στο οποίο βάραινε ιδιαίτερα η γνώμη των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Την είσπραξη του κεφαλικού φόρου
συνόδευε η επιβάρυνση για την αμοιβή και την τριήμερη φιλοξενία των φοροεισπρακτόρων και της ακολουθίας τους. Οι
αποδείξεις του κεφαλικού φόρου λέγονταν χαρτία και είχαν χρώμα λευκό, κόκκινο ή κίτρινο ανάλογα με τη φορολογική
υποχρέωση του χριστιανού υπηκόου. Ο φορολογούμενος όφειλε να επιδεικνύει την απόδειξή του σε πρώτη ζήτηση, ώστε
να μην ξαναπληρώνει δεύτερη φορά.
Όσον αφορά στις φορολογικές κλάσεις, υπήρχαν τρεις: μια για όσους χαρακτηρίζονταν πλούσιοι, μια για τους μετρίων
εισοδημάτων και μια για τους φτωχούς. Κάθε κλάση πλήρωνε ακριβώς τα διπλάσια από την αμέσως κατώτερή της. Το
ύψος του φόρου δεν παρέμενε σταθερό σε όλη τη διάρκεια της περιόδου της Τουρκοκρατίας.
Από τον φόρο αυτόν απαλλάσσονταν οι γυναίκες, τα παιδιά μέχρι δεκατεσσάρων ετών, οι κληρικού, οι απασχολούμενοι
σε κρατική υπηρεσία, οι εντελώς άποροι, οι ψυχασθενείς και οι ανάπηροι. Επίσης από την καταβολή του κεφαλικού
φόρου απαλλάσσονταν οι Χριστιανοί που προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες, οι λατόμοι, οι μεταλλωρύχοι των
Μαδεμοχωρίων στη Μακεδονία, οι μαστιχοπαραγωγοί και οι κάτοχοι ειδικού βερατίου.
(Πηγή 1)
5.
Οι «Γυφτοχαρατζήδες»
Οι μισητοί φοροσυλλέκται
Ο ιστορικός Γεώργιος Φίνλεϊ γράφει:
Οι Χριστιανοί εθεώρουν το χαράτς ή κεφαλικόν φόρον ως το υβριστικώτερον γνώρισμα της υποταγή των
. Τους έφερεν εις τάξιν ραγιάδων ή υποτελών υπηκόων. Αλλ’ όμως ήτο ακόμη πικρότερον εκ του τρόπου της εισπράξεως
ή εκ του ποσού το οποίον έκαστο άτομο υπεχρεούτο να πληρώσει. Η συλλογή του εγένετο πρόφασις προς επιβολήν
πολλών καταθλιπτικών αστυνομικών διατάξεων, και εμισείτο διπλασίως επειδή οι Μωαμεθανοί της κατωτέρας τάξεως
ήσαν απηλλαγμένοι του βάρους τούτου. Το χαράτσι ενοικιάζετο πολλάκις εις τα χειρότερα καθάρματα εκ των
περιστοιχιζόντων έναν πασάν· και εν Ελλάδι εξεχωρείτο πολλάκις εις τους ελαχίστους υπαξιωματικούς των Αλβανών
μισθοφόρων. Οι μισητοί ούτοι φοροσυλλέκται εκαλούντο υβριστικώς
γυφτοχαρατζήδες
.
Το παρωνύμιον τούτο έλαβε την αρχήν εκ της λαϊκής γνώμης ότι οι Γύφτοι υπέκειντο εις την πληρωμήν διπλού
χαρατσίου κ’ εσήμαινεν ότι οι Αλβανοί επροσπάθουν να μεταχειρίζονται ως Γύφτον πάντα άνθρωπον υποκείμενον εις το
χαράτς
.]
[ Πηγή : https://eranistis.net/wordpress/2023/12/21/%CE%BF%CE%B9-%CE%B3%CF%85%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CF%82/ ]
Τα γεγονότα πριν την 25η Μαρτίου 1821, η επανάσταση στην Πάτρα και η Αγία Λαύρα
[Μεταξύ άλλων….] 16 Μαρτίου 1821: Ο Νικόλαος Σολιώτης χτυπά στο Αγρίδι (κοντά στα Καλάβρυτα) γυφτοχαρατζήδες και
Τούρκους ταχυδρόμους που έστελνε ο καϊμακάμης της Τριπολιτσάς Μεχμέτ Σελήχ αγάς προς τον Χουρσίτ πασά. Ο Σολιώτης
περηφανευόταν αργότερα ότι ήταν ο πρώτος Έλληνας που σκότωσε Τούρκους το 1821.
Πηγή : https://www.protothema.gr/stories/article/1353682/ta-gegonota-prin-tin-25i-martiou-1821-i-epanastasi-stin-patra-kai-i-agia-laura/
………………..
Ο Νικόλαος Σολιώτης δεν παρέβη την υπόσχεση που είχε δώσει στον Παπαφλέσσα (*) και -όπως αναφέρει κι ο ίδιος στα
απομνημονεύματά του στις 14 Μαρτίου του 1821, στην θέση “Πόρτες”, κοντά στο χωριό Αγρίδι των Καλαβρύτων, φόνευσε
τρεις Τούρκους φοροεισπράκτορες, τους επονομαζόμενους «Τσιπογλαίους» [γνωστοί Οθωμανοί Τριπολιτσιώτες
φοροεισπράκτορες] ή γυφτοχαρατσήδες, που έρχονταν από την Τριπολιτσά. Επίσης χτύπησε επίσης πριν τις 20 Μαρτίου
του 1821 περισσότερους από 60 Τουρκαλβανούς κοντά στα χάνια της Βερσοβάς και εξακολούθησε να συναθροίζει και
άλλους επαναστάτες, έχοντας και επαναστατική σημαία.)
(*) [Τον είχε συναντήσει στα Καλάβρυτα ο απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της σύσκεψης της Βοστίτσας Παπαφλέσσας
[Βασικό θέμα της συνέλευση ήταν ο καθορισμός του χρόνου της έναρξης της επανάστασης. Αρχικά προσδιορίστηκε, αν οι
συνθήκες το επέτρεπαν κι έπαιρναν ευνοϊκή απάντηση από τη Ρωσία, η 25η Μαρτίου, αλλιώς η 23 Απριλίου ή η 21 Μαΐου
(**). Επίσης, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τους καλούσαν στην Τριπολιτσά θα κήρυσσαν την επανάσταση πρώτοι. Κατά
τη συνεδρίαση υπήρξαν πολλές διαφωνίες για την έναρξη της εξέγερσης. Μεταξύ αυτών που ζητούσαν αναβολή ήταν και ο
Παλαιών Πατρών Γερμανός.]
[ Δείτε αναλυτικά :
Στα χρόνια της Επανάστασης (1821-1830): 17 «Μικρές Ιστορίες» για την Οικονομία, το Εμπόριο, τη Λογιστική και την
Φορολογία
–
6) Τα πρώτα επαναστατικά επεισόδια: Ο Νικόλαος Σολιώτης και οι «Γυφτοχαρατζήδες»]
….
(**) Η 25η Μαρτίου ορίστηκε ως ημέρα εθνικού πανηγυρισμού με το διάταγμα που εξέδωσε ο βασιλιάς Όθων την 15/27η Μαρτίου 1838:
«Ἐπί τῇ προτάσει τῆς Ἡμετέρας ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Γραμματείας, θεωρήσαντες ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς 25ης Μαρτίου λαμπρά
καθ’ ἑαυτήν προς πάντα Ἕλληνα διά τήν ἐν ἑαυτῇ τελουμένην ἑορτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἶναι
προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά τήν κατ’ αὐτήν τήν ἡμέραν ἔναρξιν τοῦ ὑπέρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος τοῦ ἑλληνικοῦ
ἔθνους, καθιεροῦμεν την ἡμέραν ταύτην εἰς τό διηνεκές ὡς ἡμέραν ἐθνικῆς ἑορτῆς, καί διατάττομεν τήν διαληφθεῖσαν
ἡμετέραν
Γραμματείαν νά δημοσιεύσῃ καί ἐνεργήσῃ τό παρόν διάταγμα.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1838».
6.
«Αγγαρείες» και «τζερεμέδες»
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, εκτός από τους τακτικούς, υπήρχαν και έκτακτοι φόροι, καθώς και αγγαρείες,
υπήρχαν και υποχρεωτικές υπηρεσίες και επιβαρύνσεις όπως οι «αγγαρείες» και οι «τζερεμέδες».
Αγγαρείες
ήταν οι υποχρεωτικές, απλήρωτες εργασίες που επέβαλλε η διοίκηση στους κατοίκους, όπως μεταφορές, κατασκευές
δρόμων ή εξυπηρέτηση στρατιωτικών αναγκών. Αποτελούσαν μορφή έμμεσης φορολόγησης σε εργασία και επιβάρυναν
ιδιαίτερα τους αγρότες.
Τζερεμέδες (*)
ήταν χρηματικά πρόστιμα ή έκτακτες επιβαρύνσεις που επιβάλλονταν συχνά αυθαίρετα από τις αρχές ή τους
τοπικούς αξιωματούχους. Δεν είχαν πάντα σταθερό χαρακτήρα και μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μέσο πίεσης ή
εκμετάλλευσης του πληθυσμού.
τζερεμές, ο (ουσ.)
(τουρκ.λ. cereme = πρόστιμο) 1. η άδικη ζημιά, το αδικαιολόγητο πρόστιμο 2. (κατ’ επέκτ.) το μεγάλο χρέος, η
οφειλή 3. (μτφ.) για ανθρώπους, (α) αυτός που ζει σε βάρος των άλλων, ο τεμπέλης, ο τιποτένιος, ο ακαμάτης -συνών.
ρεμπεσκές -αντίθ. δουλευτάρης, εργατικός, β) ο νωθρός, ο μαλθακός, ο λαπάς -συνών. σκεμπές, χαλβάς -αντίθ.
δραστήριος, ακούραστος 4. (παροιμ.) «σκότωνε τρελούς, πλέρωνε τζερεμέδες»,)
………………….
« να εύρητε εις το εξής κάθε χριστιανός της Κρήτης την ησυχίαν και ανάπαυσίν του, και να ηξεύρητε ότι θέλουν
παύσει πλέον όλα τα πρώτα, ήγουν μήτε αγγαρίαις, μήτε τζερεμέδες ουδέ ζουλούμια [(τυραννία, καταπίεση) ]
θέλετε έχει πλέον. Χωρίς δε την εδικήν μας άδιεαν κανείς Τούρκος εις το εξής μικρός ή μεγάλος είτε εντόπιος
είτε ξένος δεν θέλει ημπορέσει να εμβαίνη εις τα σπήτια σας
(Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, 1859)
7.
Τα Φορολογικά Κατάστιχα, ο Δεφτέρ (ή τεφτέρ) Κεχαγιάς, τα «Φιρμάνια» και τα «Μπουγιουρντιά»
Τα Φορολογικά Κατάστιχα (Tahrir defterleri)
Η Οθωμανική διοίκηση αμέσως μετά την κατάκτηση του Μοριά, το 1460, συνέταξε φορολογικά κατάστιχα (Tahrir(*)
defterleri) των περιουσιακών στοιχείων των κατοίκων των οικισμών του για την είσπραξη των φόρων.
Η οθωμανική κυβέρνηση λάμβανε ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις πηγές εσόδων της αυτοκρατορίας μέσω
περιοδικών μητρώων που ονομάζονται tahrir defterleri. Αυτά τα έγγραφα περιλαμβάνουν λεπτομερείς πληροφορίες για τα
φορολογούμενα άτομα και τους φορολογητέους πόρους (Πηγή :
https://digitalcommons.lib.uconn.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1295&context=econ_wpapers
(*) « Η λέξη tahrîr, που σημαίνει «γραφή, καταγραφή, καταγραφή», αναφέρεται ως όρος στις απογραφές που διεξήχθησαν
σε διαφορετικές πόλεις σε διάφορες χρονικές στιγμές του Οθωμανικού Οικονομικού Οργανισμού για να προσδιοριστούν τα
ονόματα όσων πλήρωναν φόρους και τα μητρώα στα οποία καταγράφηκαν αυτές οι απογραφές. Απογραφές διεξήχθησαν σε
διάφορα κράτη και αυτοκρατορίες όπου κυριαρχούσαν οι προβιομηχανικές γεωργικές κοινωνίες, προκειμένου να
προσδιοριστεί ο φόρος και το φορολογούμενο πληθυσμιακό δυναμικό της χώρας. Αυτή η μέθοδος είναι γνωστή στην
Αίγυπτο και στους αρχαίους πολιτισμούς της λεκάνης της Μεσογείου, στη Ρώμη και σε μεσαιωνικά ευρωπαϊκά κράτη.
Ορισμένες παρόμοιες πρακτικές βρίσκονται επίσης σε ισλαμικά κράτη. Ωστόσο, το οθωμανικό σύστημα tahrîr, αν και
γενικό σε εύρος, έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά όσον αφορά τη λεπτομέρεια και την οργάνωση. Αν και δεν
είναι γνωστό με βεβαιότητα πότε ξεκίνησαν οι Οθωμανοί τέτοιες απογραφές, γίνεται κατανοητό από το Μητρώο του
Σαντζακίου των Αρβανιδών με ημερομηνία 835 (1431), το οποίο περιέχει την παλαιότερη απογραφή που έχει διασωθεί
μέχρι σήμερα , και από ορισμένα άλλα έγγραφα, ότι το σύστημα μητρώων για την καταγραφή των αποτελεσμάτων της
απογραφής υπήρχε τον 14ο αιώνα». (Πηγή :
https://islamansiklopedisi.org.tr/tahrir
)
Ο Δεφτέρ (ή τεφτέρ) Κεχαγιάς
.png)
[ Από τα «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας » ]
Ο όρος Τεφτέρ Κεχαγιάς (ή Δεφτέρ Κεχαγιάς) προέρχεται από την οθωμανική περίοδο και αναφέρεται σε έναν
συγκεκριμένο αξιωματούχο.
Ετυμολογία: Η λέξη «Τεφτέρ» (defter) σημαίνει κατάστιχο, βιβλίο, κατάλογος, και «Κεχαγιάς» (kahya) είναι ο
αντιπρόσωπος ή επιστάτης.
Ο Τεφτέρ Κεχαγιάς ήταν ο επιστάτης των φορολογικών καταστίχων.
«Κεχαγιάς» (1. αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους, 2. (μεταφορικά) αυτός που θέλει να είναι πάντα αρχηγός,
3. (επάγγελμα) υπεύθυνος προβάτων στο μετόχι.
«Κεχαγιάς» , αυτός που επιμένει να ελέγχει την εργασία ή τη συμπεριφορά κάποιου: «Δε θέλω κεχαγιάδες πάνω από το
κεφάλι μου», «Δε θα σε βάλω κεχαγιά». [Λεξικό Κριαρά]
Τα «Φιρμάνια» και τα «Μπουγιουρντιά»
Η συνηθισμένη διαδικασία είσπραξης φόρου άρχιζε με την έκδοση ειδικής διαταγής για τη σύνταξη των δεφτεριών, των
φορολογικών καταστίχων
Αν τη διαταγή την εξέδιδε ο σουλτάνος, τότε ονομαζόταν φιρμάνι (ferman) [κάτι σαν τους σημερινούς φορολογικούς
νόμους] , ενώ αν την εξέδιδε πασάς, ονομαζόταν μπουγιουρουλδί [ μπουγιουρντί] [κάτι σαν τις σημερινές φορολογικές
εγκυκλίους] (buyuruldu)
(Πηγή 1)
.
Το φιρμάνι (Περσικά: فرمان, λατινική μεταγραφή: farmān· Τουρκικά: ferman)
αποτέλεσε, σε συνταγματικό επίπεδο, έναν από τους πιο καίριους θεσμούς του νομικού και διοικητικού συστήματος των
Ισλαμικών κρατών, και ιδίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για βασιλικό διάταγμα ή εντολή που εκδίδονταν
από τον εκάστοτε Σουλτάνο,[1] ο οποίος, ως υπέρτατος άρχων και πολιτικός φορέας εξουσίας, διατηρούσε τη δυνατότητα
να επιβάλλει νόμους και να διαμορφώνει την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα μέσω αυτής της μορφής νομοθετικής
παρέμβασης.
Η λέξη μπουγιουρντί σήμαινε αρχικά την έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (τουρκ.
buyurdι γ’ εν. του ρ. buyur `διατάζω΄). Σήμερα σημαίνει το επίσημο έγγραφο, ιδίως διαταγή, συνήθως με δυσάρεστο
οικονομικό περιεχόμενο: Γνωστή η φράση: «σού ‘ρθε το μπουγιουρντί από την εφορία;» .
Από κει και πέρα το μπουγιουρντί είναι μεζές της Ελληνικής κουζίνας. Η ονομασία μπουγιουρντί του δόθηκε ακριβώς
γιατί το αποτέλεσμα είναι αρκετά καυτερό.
8.
Η Ενοικίαση των Φόρων
« Λόγω της μεγάλης έκτασης της αυτοκρατορίας, η συλλογή των φόρων θα φάνταζε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, ωστόσο,
είχαν αναπτυχθεί οι μηχανισμοί για την είσπραξή τους. Έτσι κάθε κοινότητα πολιτών ήταν υπεύθυνη για να συλλέξει
τους φόρους της και μετά να τους αποδώσει στον εκπρόσωπο του Σουλτάνου που κατέγραφε το φορολογήσιμο πληθυσμό και
την παραγωγική δυνατότητα της περιοχής. Το σύστημα αυτό της απογραφής έδινε μια ικανοποιητική εικόνα για τα
οικονομικά δεδομένα των κοινοτήτων. Οι κοινότητες που διέθεταν αρκετούς κατοίκους, βρίσκονταν σε καλύτερη θέση,
διότι ο επιμερισμός των φόρων ήταν μεγαλύτερος.
Σταδιακά, κάνει την εμφάνισή της η τακτική της φοροενοικίασης (
iltizam
) αρχικά το 15
ο
αιώνα σε έναν περιορισμένο αριθμό φόρων (συλλογή προσόδων, δασμών κ.α.), έπειτα το 17
ο
αιώνα εντείνεται και το 18
ο
κυριαρχεί σχεδόν σε όλους τους φόρους. Το σκεπτικό πίσω από τη φοροενοικίαση ήταν πως ο Σουλτάνος έδινε το
δικαίωμα είσπραξης των φόρων για λογαριασμό του σε κάποιους υψηλούς αξιωματούχους –υπολογίζονται περίπου στους
1.000 οι φοροενοικιαστές του 18
ου
αιώνα που με τη σειρά τους υπενοικίαζαν την περιοχή τους σε άλλους, όπως θα δούμε στη συνέχεια- (με μεγάλη
οικονομική επιφάνεια) που λάμβαναν αυτή τη δυνατότητα μέσα από μια πλειοδοτική διαδικασία. Στις περισσότερες
περιπτώσεις, οι αξιωματούχοι αυτοί δεν κατοικούσαν στις περιοχές που έπαιρναν. Το ερώτημα που γεννάται απευθείας
είναι το εξής: «τι κέρδιζαν οι αξιωματούχοι αυτοί από την όλη διαδικασία;». Από τη στιγμή που κάποιος γινόταν
υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων μιας κοινότητας, μπορούσε ν’ αυξήσει το ποσό των φόρων και να κρατήσει το
πλεονάζον ποσό. Η επόμενη ερώτηση που ενδεχομένως να σκεφτόταν κάποιος είναι «τι κέρδιζε η αυτοκρατορία από τη
φοροενοικίαση;». Μέσα από το σύστημα αυτό, η κεντρική διοίκηση εξασφάλιζε ότι θα λάμβανε το ποσό που αναλογούσε σε
μια κοινότητα, καθώς θα το κατέβαλε ο αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για αυτή, ενώ μέσα από τον πλειοδοτικό
διαγωνισμό το πόσο που θα έμπαινε στο θησαυροφυλάκιο θα ήταν μεγαλύτερο, διότι η τιμή εκκίνησης βασιζόταν στο πόσο
που εισπράχθηκε τα προηγούμενα χρόνια σύμφωνα με τις απογραφές που γίνονταν και είδαμε παραπάνω. Πρόκειται στην
ουσία για ένα είδος δημοπρασίας που αφορούσε μια κοινότητα, όποιος κατέβαλε τη μεγαλύτερη τιμή γινόταν κύριός της
και έπειτα μπορούσε να αυξήσει του φόρους.
Ωστόσο υπήρχαν και κάποιες δικλείδες ασφαλείας στην όλη διαδικασία, όπως το ότι έπρεπε ο υποψήφιος φοροενοικιαστής
να έχει την υποστήριξη ενός άλλου οικονομικά φερέγγυου ατόμου που θα πιστοποιούσε την οικονομική ευρωστία του
πρώτου. Επίσης, εάν οι τοπικοί φορολογούμενοι ραγιάδες έκαναν παράπονα στην Υψηλή Πύλη κατά του φοροενοικιαστή για
υπέρογκη φορολογία ή για καταχρηστική συμπεριφορά μπορούσε να ακυρωθεί η παραχώρηση αν όντως διαπιστώνονταν αυτές
οι κατηγορίες. Τέλος, ήταν αναγκαία η ύπαρξη λογιστικών αρχείων που θα αποστέλλονταν στα αρμόδια όργανα του
παλατιού για δημοσιονομικό έλεγχο.
Στην αρχή η παραχώρηση γινόταν για τρία χρόνια, ενώ για ένα διάστημα μετατράπηκε σε ισόβια ιδιοκτησία, κάτι που
όμως δε μακροημέρευσε, διότι με το μέτρο αυτό το θησαυροφυλάκιο ζημιωνόταν, καθώς δε γινόταν προσαρμογή του
ενοικίου στις πληθωριστικές και νομισματικές ανάγκες. Κατά βάση πλειοδοτούνταν αγροτικές περιοχές, συνεπώς η αρχή
της ενοικίασης πραγματοποιούνταν το Μάρτιο και η καταβολή του ποσού προς την Πύλη γινόταν σε δυο δόσεις, την πρώτη
Αυγούστου και στα τέλη Οκτωβρίου. Ο φοροενοικιαστής ανάγονταν κάτι σα διοικητής της περιοχής που λάμβανε, ενώ είχε
το δικαίωμα να διορίσει δικά του διοικητικά μέλη. Επιπροσθέτως, μπορούσε να νοικιάσει ένα μέρος της περιοχής του
σε άλλων. Με αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται οι υπενοικιαστές. Κατά βάση οι υπενοικιαστές προέρχονταν από την
περιφέρεια αυτή, σε αντίθεση με τους φοροενοικιαστές, που όπως είδαμε ως υψηλοί αξιωματούχοι μπορεί να μην
κατοικούσαν στο τόπο που λάμβαναν. Με τη σειρά τους και οι υπενοικιαστές μπορούσαν να αυξήσουν τους φόρους
κρατώντας το πλεόνασμα που δημιουργούνταν. Έτσι κατασκευαζόταν μια πυραμίδα υπενοικιάσεων.
Όλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων προς τους υπόδουλους λαούς της Αυτοκρατορίας.
Με αυτόν τον τρόπο, άρχισε να διαμορφώνεται ένα αρνητικό κλίμα κατά των οθωμανικών αρχών και ο θεσμός της
υπενοικίασης θα μπορούσαμε να πούμε πως συνέτεινε στη δημιουργία της οργάνωσης ενός επαναστατικού κινήματος.
Κλείνοντας, αξίζει να αναφέρουμε πως το σύστημα της υπενοικίασης εμφανίζεται και κατά τα χρόνια της Επανάστασης
του 1821, ως ένα μέτρο που θα μπορούσε να αποφέρει οικονομικά οφέλη.
(
Πηγή : Ο θεσμός της υπενοικίασης των φόρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Αιτία ξεσηκωμού των Ελλήνων; Γιώργος
Σαλπιγγίδης –
Ο θεσμός της υπενοικίασης των φόρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Αιτία ξεσηκωμού των Ελλήνων;
)
…………..
Σε πολλές περιόδους και σε πολλές περιοχές οι ενοικιαστές εξελίχθηκαν σε μάστιγες της ελληνικής υπαίθρου.
Πλαισιωμένοι από υποεισπράκτορες, μπράβους, αποθηκάριους κλπ. χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο για την είσπραξη των φόρων
αλλά και για την απόσπαση έκτακτων δοσιμάτων. Οι εξουσίες του ενοικιαστή στο πρόσωπο του χωρικού και στις εργασίες
του ήταν μεγάλες. Το θέρισμα, η συγκέντρωση του καρπού και το αλώνισμα γινόταν μόνο με την άδεια του ενοικιαστή.
Στις αποθήκες του ενοικιαστή μεταφερόταν και ο καρπός υποχρεωτικά, από τον ίδιο τον αγρότη. Ο ενοικιαστής είχε
δικαίωμα εισόδου και έρευνας στο σπίτι του χωρικού οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας. Στις περισσότερες
ενοικιάσεις, ως κρυφοί ή φανεροί μέτοχοι παρουσιάζονταν και εκπρόσωποι της τοπικής εξουσίας (δικαστές, δήμαρχοι,
αστυνόμοι). Με αυτόν τον τρόπο τα παράπονα και οι διαμαρτυρίες των χωρικών εναντίων των καταχρήσεων από τους
ενοικιαστές σπάνια έβρισκαν ανταπόκριση,
[Θ. Σακελλαρόπουλος, Θεσμικών μετασχηματισμός και οικονομική ανάπτυξη, κράτος και οικονομία στην Ελλάδα,
1830-1922, Εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991].
…………………..
Ο θεσμός της ενοικίασης των φόρων, συνεχίστηκε και στο Νέο Ελληνικό Κράτος. Η κατάργηση του θεσμού αυτού
στην Ελλάδα ήταν μια σταδιακή διαδικασία που διήρκεσε το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, με αποκορύφωμα την
οριστική κατάργηση του φόρου της “δεκάτης” το 1880, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το οθωμανικό φορολογικό σύστημα
σε ένα σύγχρονο, κεντρικά διοικούμενο κράτος.
9.
Το «στρώσιμο των τεφτεριών» και οι «Λυκόμορφοι φορολόγοι»
«Κύριο καθήκον των κοινοτικών αρχόντων της εποχής, ήταν το “στρώσιμο των τεφτεριών”. “Εριχναν τα τεφτέρια”,
σήμαινε ότι όριζαν το φόρο που έπρεπε να πληρώσει κάθε μέλος της κοινότητας, ανάλογα με την περιουσιακή του
κατάσταση (ιδιόκτητο σπίτι, χωράφια κλπ.) και τα εισοδήματά του, με βάση το “κατάστιχο” που συντασσόταν από
εκτιμητές κάθε 7 χρόνια.
Την είσπραξη έκανε ο “γραμματικός” του χωριού ή κάποιος ειδικός φοροεισπράχτορας. Οι φόροι, αυτοί ήταν άσχετοι
από άλλα “δοσίματα” για κοινοτικές ανάγκες (δρόμους, γεφύρια, κονάκι του βοεβόδα, πληρωμή ζημιών, αμοιβή
κοινοτικών υπαλλήλων, δασκάλων, υδρονόμων, αγροφυλάκων κλπ.). Οι κοινοτικοί άρχοντες εισέπρατταν μισθό και
απαλλάσσονταν από φόρους.»Γενικά, οι φόροι που πλήρωναν οι σκλάβοι στους Τούρκους ήταν πολλοί και δυσβάστακτοι
(…). Κάθε οικογένεια κατέβαλλε επίσης πολλά άλλα “χαράτσια” (φόρους) για τα παραγόμενα προϊόντα, για τα
κτήματα. Επίσης πλήρωνε το φόρο “καπνού” (δηλαδή για το αναμμένο τζάκι της οικογένειας), και τους φόρους για το
γάμο, τα καταλύματα, τα επαρχιακά έξοδα, την τιμητική στολή (“καφτάνια”), τα καρφοπέταλα κι άλλους που είχε
δικαίωμα να επιβάλλει ο κάθε τοπικός Οθωμανός διοικητής.
Οι κάτοικοι των Αγράφων πλήρωναν για πολλά χρόνια μόνο το “χαράτσι”-“κεφαλικό φόρο”. Έπρεπε όμως να δίνουν και
ένα “αστάρι”
(φόδρα), 6 πήχες η κάθε οικογένεια, που χρησίμευε
“ως σφογγιστήρι των αγγείων του σουλτάνου”. Το ύφασμα αυτό το ύφαιναν στον αργαλειό και το συγκέντρωνε ο “αστάρ
τσαούσης”, που είχε την έδρα του στη Λάρισα.
Ο λαός της περιοχής υφίσταται ως πραγματικούς επιδρομείς τους ακόρεστους φοροεισπράκτορες του κράτους, που ο
Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός αποκαλεί”λυκόμορφους φορολόγους”. Το αδυσώπητο φοροεισπρακτικό καθεστώς αγκαλιάζει
κάθε κλάδο της βιοτεχνικής δραστηριότητας: εργαστήρια μεταποίησης ή επεξεργασίας πρώτων υλών, σιδεράδικα,
τσαρουχάδικα, αργαλειούς, νεροτριβές, καποτάδες.
Επίσης, φορολογείται και κάθε πηγή αγροτικού εισοδήματος: καλλιέργειες δημητριακών, αμπέλια, δέντρα,
λαχανόκηποι, κουκούλια, μελίσσια (…). Με “δεκάτη” επιβαρύνονται και τα καρποφόρα δέντρα της περιοχής:
καρυδιές, συκιές, μυγδαλιές, αχλαδιές, βερικοκιές. Οι έντοκες δανειοληψίες από φτωχά χωριά, για την εξόφληση
οφειλόμενων φόρων, συχνά οδηγούσαν στην καταχρέωσή τους και ακολούθως στην εγκατάλειψη από τους κατοίκους(…).
Το κοινοτικό χρέος είναι συλλογικό και κάποτε απαιτητό από τους δανειστές πριν ακόμα καταστεί ληξιπρόθεσμο:
“εκεί όπου παίρνουμε δανεικά, έρχονται και μας τα γυρεύουν”, γράφουν οι δημογέροντες του Καρπενησίου σε έγγραφό
τους(…).
Πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι οι φόροι
κι οι υποχρεώσεις των υπόδουλων χριστιανών
δεν ήταν πάγιοι κι οι ίδιοι πάντα. Κάθε νέος διοικητής στο “βελαέτι”, κάθε ανώτερος υπάλληλος αλλά και κάθε
“κοτσάμπασης” και “επίσκοπος” μπορούσε να επιβάλει για κάποιο δικό του λόγο, έναν καινούργιο φόρο. Κι οι
“ραγιάδες” έπρεπε να τον πληρώσουν χωρίς συζήτηση (…).
Ο εθνοδιδάσκαλος Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός γράφει σχετικά σε μια επιστολή του: “Πανταχού οιμωγαί, ολολυγμοί,
στεναγμοί και θρήνοι, δυσπραγίαι ουκ ευαρίθμητοι… καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος το υπήκοον επικαλείται
τον θάνατον μάλλον ή το ζην” (…)».
( Πηγή : ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ, Γράφει: ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
https://www.rizospastis.gr/story.do?id=6464518
)
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.


