Πόσο εκτίθενται οι ελληνικές και οι ευρωπαϊκές τράπεζες στη Μέση Ανατολή
Της Μαρίας Αναστασιάδη
Στα 132 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 η άμεση έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε αντισυμβαλλόμενους της Μέσης Ανατολής —δηλαδή κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και ιδιώτες— σύμφωνα με στοιχεία της European Banking Authority. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 0,5% του συνολικού ενεργητικού των τραπεζών σε ΕΕ και ΕΟΧ, γεγονός που καταδεικνύει τον περιορισμένο άμεσο κίνδυνο.
Ωστόσο, η Αρχή προειδοποιεί ότι μια ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων θα μπορούσε να επιφέρει έμμεσες πιέσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μεταξύ των πιθανών επιπτώσεων συγκαταλέγονται η άνοδος των τιμών ενέργειας, ενίσχυση του πληθωρισμού, επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, με μεγαλύτερη έκθεση σε κλάδους υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης όπως οι μεταφορές, οι κατασκευές και τμήματα της βιομηχανίας.
Αναλυτικότερα, από τα συνολικά ανοίγματα, περίπου 47 δισ. ευρώ αφορούν δάνεια και προκαταβολές προς τράπεζες και λοιπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ενώ άλλα 33 δισ. ευρώ κατευθύνονται σε μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Σε επίπεδο χωρών, τη μεγαλύτερη έκθεση καταγράφουν οι γαλλικές τράπεζες, με ανοίγματα 60,8 δισ. ευρώ. Ακολουθούν οι γερμανικές με 18,9 δισ. ευρώ, οι ισπανικές με 18,6 δισ., οι ιταλικές με 13,7 δισ. και οι ολλανδικές με 12,6 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, η συνολική έκθεση των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών παραμένει αισθητά χαμηλότερη, στα 562 εκατ. ευρώ.
Παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος εμφανίζει ανθεκτικότητα. Όπως επισημαίνει η EBA, η κεφαλαιακή επάρκεια, η επαρκής ρευστότητα και η ποιότητα του ενεργητικού διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Τα κεφαλαιακά «μαξιλάρια» και η κερδοφορία εξακολουθούν να αποτελούν βασικές γραμμές άμυνας. Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού ενισχύθηκαν οριακά το 2025, ξεπερνώντας τα 10,2 τρισ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο, ενώ ο δείκτης CET1 παρέμεινε σταθερός στο 16,3%.
Σε όρους αποδοτικότητας, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων διατηρήθηκε σε διψήφια επίπεδα, στο 10,4%. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, μετά την υποχώρηση που κατέγραψε μέσα στο έτος, παρουσίασε μικρή ανάκαμψη προς το τέλος του 2025, υποδηλώνοντας πιθανή σταθεροποίηση. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης κόστους προς έσοδα κινήθηκε ανοδικά, αντανακλώντας αυξημένες δαπάνες και εποχικούς παράγοντες.
Το συνολικό ενεργητικό των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στα 29,1 τρισ. ευρώ. Τα υπόλοιπα δανείων ενισχύθηκαν ελαφρώς, κυρίως λόγω στεγαστικής πίστης και χρηματοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Παράλληλα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υποχώρησαν στα 370 δισ. ευρώ, διατηρώντας τον σχετικό δείκτη στο 1,8%, ενώ τα δάνεια Σταδίου 2 κατέγραψαν περαιτέρω αποκλιμάκωση, ένδειξη βελτίωσης της ποιότητας ενεργητικού.
Στο μέτωπο της ρευστότητας, οι δείκτες ενισχύθηκαν περαιτέρω. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) ανήλθε στο 163,1%, με τη μεγάλη πλειονότητα των τραπεζών να υπερβαίνει το όριο του 140%. Ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) διαμορφώθηκε στο 126,9%, ενώ ο λόγος δανείων προς καταθέσεις συνέχισε να υποχωρεί, φτάνοντας το 104,8%, επιβεβαιώνοντας τη στροφή προς πιο σταθερές πηγές χρηματοδότησης.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




