Τράπεζες: Πώς επηρεάζεται το ναυτιλιακό portfolio από την κρίση στη Μέση Ανατολή
Της Μαρίας Αναστασιάδη
Η έκθεση των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών στον ναυτιλιακό κλάδο παραμένει περιορισμένη και ποιοτικά θωρακισμένη, με το σχετικό ρίσκο να εκτιμάται ως διαχειρίσιμο. Η σταθερότητα αυτή στηρίζεται τόσο στη δομή των χρηματοδοτήσεων όσο και στην πιστοληπτική ικανότητα των ναυτιλιακών εταιρειών.
Παρά την έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο κλάδος της ναυτιλίας έχει μέχρι στιγμής επωφεληθεί, με τους ναύλους να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα τόσο στην αγορά ξηρού φορτίου όσο και στα δεξαμενόπλοια. Το αυξημένο κόστος καυσίμων, η ασφάλιση και οι αναποτελεσματικές θαλάσσιες διαδρομές ενσωματώνονται στις τιμές των ναύλων, λόγω της περιορισμένης ευαισθησίας της ζήτησης.
Στην πράξη, οι επιβαρύνσεις αυτές δεν επηρεάζουν τα περιθώρια κερδοφορίας των ναυτιλιακών εταιρειών, αλλά μετακυλίονται στην τελική τιμή των προϊόντων, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ένα από τα σημαντικά ανοικτά ζητήματα αφορά τη διαθεσιμότητα χωρητικότητας, ειδικά στον τομέα των δεξαμενόπλοιων, σε περιπτώσεις όπου τμήμα της παγκόσμιας προσφοράς παραμένει δεσμευμένο για μεγάλο διάστημα χωρίς επαρκείς εναλλακτικές. Σε τέτοιες συνθήκες, ενδέχεται να υπάρξουν ήπιες διαφοροποιήσεις στις πιέσεις που δέχονται τα διάφορα τραπεζικά χαρτοφυλάκια, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη.
Σε εθνικό επίπεδο, ωστόσο, η έκθεση παραμένει υπό έλεγχο. Οι ναυτιλιακές εταιρείες διατηρούν ισχυρές σχέσεις με τις τράπεζες, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση σταθερών αποπληρωμών ακόμη και σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας, περιορίζοντας έτσι τον πιστωτικό κίνδυνο.
Η συνολική εικόνα αξιολόγησης παραμένει συγκρατημένα θετική, χωρίς σημάδια άμεσης επιδείνωσης της ποιότητας των χαρτοφυλακίων. Τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια χαρακτηρίζονται από επιλεκτικότητα και υψηλή πιστωτική ποιότητα, με δείκτες δανεισμού προς αξία εξασφαλίσεων κάτω του 50%, προσφέροντας έτσι σημαντικά περιθώρια ασφάλειας και περιορισμένη έκθεση σε ζημιές σε περίπτωση αθέτησης.
Στο τέλος του 2025, η λογιστική αξία των δανείων μετά από προβλέψεις ανήλθε στα 13,022 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση περίπου 800 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Η αναλογία ναυτιλιακών δανείων στο σύνολο των ενήμερων δανείων παραμένει σε μεσαία μονοψήφια επίπεδα, υπογραμμίζοντας τον ελεγχόμενο χαρακτήρα της χρηματοδότησης και απουσία συγκέντρωσης κινδύνου, παρά τη μακροχρόνια παρουσία των ελληνικών τραπεζών στη ναυτιλία.
Όσον αφορά τις συναλλαγματικές επιπτώσεις, μια πιθανή αποδυνάμωση του δολαρίου θα επηρέαζε αρνητικά τα καθαρά έσοδα από τόκους. Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ένδειξη ευρύτερων μακροοικονομικών ανισορροπιών, με μεγαλύτερη σημασία για το τραπεζικό σύστημα συνολικά παρά για τα μεμονωμένα τραπεζικά έσοδα.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




