Βροχές-ανάσα για την Αττική: Γέμισαν οι ταμιευτήρες σε Μόρνο και Μαραθώνα
Αυξημένα τα αποθέματα νερού σε Μόρνο και Μαραθώνα μετά τις βροχές – Καλή χρονιά, αλλά όχι τέλος συναγερμού – Η Μεσόγειος σε «hotspot»
Οι φετινές αυξημένες βροχοπτώσεις, ιδίως στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, βελτίωσαν αισθητά την εικόνα των υδατικών αποθεμάτων που τροφοδοτούν την Αττική. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τα αποθέματα στους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες της ΕΥΔΑΠ, δηλαδή στον Μόρνο, τον Εύηνο, την Υλίκη και τον Μαραθώνα, ανέρχονται σε περίπου 683,5 εκατ. κυβικά μέτρα, παρουσιάζοντας ελαφρά βελτίωση σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Στις περιοχές που τροφοδοτούν τα συστήματα Μόρνου-Ευήνου, τα ύψη βροχής τον Ιανουάριο καταγράφηκαν κατά τόπους υπερτριπλάσια σε σχέση με τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους, ενώ τον Φεβρουάριο σημειώθηκαν ακόμη και πενταπλάσιες τιμές σε ορισμένες ζώνες. Η εικόνα αυτή μειώνει τον άμεσο κίνδυνο για το επερχόμενο καλοκαίρι.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η υδρολόγος Ελισσάβετ Φελώνη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η «υγρή» χρονιά δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο χαλάρωσης.
Το φαινόμενο της «εμμονής» και ο κίνδυνος επιστροφής της ξηρασίας
Η επιστήμονας αναφέρεται στο υδρολογικό «φαινόμενο της εμμονής» ή φαινόμενο Hurst, το οποίο περιγράφει τη χρονική ομαδοποίηση ακραίων φαινομένων. Με απλά λόγια, οι περίοδοι ξηρασίας τείνουν να εμφανίζονται κατά συστάδες, ακόμη κι αν μεσολαβεί μία καλή υδρολογική χρονιά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παρατεταμένη ξηρασία της περιόδου 1988-1994. Ενδιάμεσα, το 1990–1991 καταγράφηκε μία ικανοποιητική χρονιά, χωρίς όμως αυτό να αποτρέψει την επάνοδο του φαινομένου για δύο ακόμη έτη. Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι η συγκυριακή βελτίωση των αποθεμάτων δεν ισοδυναμεί με μόνιμη θωράκιση.
Η διαχείριση του υδατικού ισοζυγίου, όπως υπογραμμίζεται, απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, προσομοιώσεις σε βάθος δεκαετίας και έγκαιρη στρατηγική ενημέρωσης των πολιτών για τον περιορισμό της κατανάλωσης, ακόμη και όταν οι ταμιευτήρες εμφανίζονται γεμάτοι.
Άνιση εικόνα στην υπόλοιπη Ελλάδα – Πίεση στα νησιά
Σε επίπεδο χώρας, η φετινή υδρολογική χρονιά χαρακτηρίζεται συνολικά καλή για την ηπειρωτική Ελλάδα. Η Δυτική Ελλάδα, λόγω της Πίνδου που λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο στα βροχοφόρα συστήματα, συγκεντρώνει παραδοσιακά υψηλότερα ύψη βροχής. Σε ορισμένες περιοχές παρατηρήθηκαν ακόμη και φαινόμενα υπερχείλισης.
Στον αντίποδα, τα περισσότερα νησιά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υδρολογικής ξηρασίας. Παρά τα κατά τόπους έντονα καιρικά φαινόμενα, το συνολικό μηνιαίο ύψος βροχής παραμένει πολλαπλάσια χαμηλότερο σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα. Οι μικρές λεκάνες απορροής, η περιορισμένη αποθηκευτική ικανότητα των υπόγειων υδροφορέων και η υπεράντληση οδηγούν συχνά σε υφαλμύριση και μόνιμη υποβάθμιση των υδάτινων πόρων.
Η αυξανόμενη στροφή σε μονάδες αφαλάτωσης αποτελεί αναγκαστική επιλογή για πολλά νησιά, όμως, όπως επισημαίνεται, οι λύσεις αυτές πρέπει να εντάσσονται σε ολοκληρωμένο σχέδιο, με πρόβλεψη για το ενεργειακό κόστος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Από τη «διαχείριση κρίσης» στη «διαχείριση κινδύνου»
Η υδρολόγος τονίζει ότι η πολιτεία οφείλει να μετακινηθεί οριστικά από τη λογική της αποσπασματικής διαχείρισης κρίσεων στη συστηματική διαχείριση κινδύνου. Αυτό σημαίνει θεσμική θωράκιση, ανάπτυξη συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων, μείωση απωλειών στα δίκτυα και προστασία των υπόγειων υδάτων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
Η φετινή «ανάσα» από τις βροχές δεν πρέπει να λειτουργήσει ως άλλοθι αναβολής. Αντιθέτως, συνιστά ευκαιρία για προγραμματισμό έργων με βάση επικαιροποιημένα υδρολογικά δεδομένα και κλιματικά σενάρια.
Λιγότερα χιόνια, μεγαλύτερος κίνδυνος
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η περιορισμένη χιονοκάλυψη. Το χιόνι λειτουργεί ως φυσική αποθήκη νερού, αποδεσμεύοντας σταδιακά ποσότητες την άνοιξη και ενισχύοντας τη θερινή παροχή ποταμών. Η απουσία του, σε συνδυασμό με υψηλότερες θερμοκρασίες και αυξημένη εξατμισοδιαπνοή, επηρεάζει αρνητικά τη μετατροπή της βροχόπτωσης σε απορροή.
Η Μεσόγειος έχει ήδη χαρακτηριστεί διεθνώς «hotspot» της κλιματικής αλλαγής. Η αύξηση της θερμοκρασίας σημαίνει ότι ακόμη και με σταθερές βροχοπτώσεις, το διαθέσιμο γλυκό νερό θα μειώνεται. Η ένταση και η συχνότητα των ξηρασιών αναμένεται να αυξηθούν, καθιστώντας την προληπτική στρατηγική μονόδρομο.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Τα αυξημένα αποθέματα σε Μόρνο και Μαραθώνα προσφέρουν προσωρινή ασφάλεια για το φετινό καλοκαίρι, όχι όμως εγγύηση για τα επόμενα χρόνια. Η υδατική επάρκεια δεν κρίνεται σε μία «καλή» χρονιά, αλλά στη διαρκή ικανότητα της χώρας να προσαρμόζεται σε ένα ολοένα και πιο ασταθές κλιματικό περιβάλλον.
Διαβάστε επίσης; Τα Βαλκάνια χάνουν τους τελευταίους «ελεύθερους» ποταμούς της Ευρώπης: 2.450 χλμ. εξαφανίστηκαν σε 13 χρόνια
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.



