ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: «Άλμα» τιμής-στόχου από Mediobanca στα 45,7€ – Η Εγνατία «ξεκλειδώνει» αξία 2,4 δισ.€
Η Mediobanca αναβαθμίζει την τιμή-στόχο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στα 45,7 ευρώ από 30 ευρώ και διατηρεί σύσταση Overweight
Σε μια από τις πιο «ηχηρές» αναβαθμίσεις των τελευταίων μηνών για το ελληνικό χρηματιστήριο, η Mediobanca ανεβάζει σημαντικά τον πήχη για τη μετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αναθεωρώντας την τιμή-στόχο στα 45,7 ευρώ ανά μετοχή, από 30 ευρώ προηγουμένως. Παράλληλα, διατηρεί σύσταση Overweight, στέλνοντας καθαρό μήνυμα ότι ο όμιλος παραμένει ένα από τα ισχυρότερα long-term “stories” υποδομών στην ελληνική αγορά.
Η έκθεση «χτίζει» την επενδυτική της θέση γύρω από την ιδέα ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ δεν αποConfirmώνεται απλώς ως ισχυρός παίκτης των κατασκευών, αλλά ως όμιλος που έχει μετασχηματιστεί σε μηχανή παραγωγής προβλέψιμων ταμειακών ροών, με κέντρο βάρους τις παραχωρήσεις και χαρτοφυλάκιο που προσφέρει ορατότητα εσόδων σε βάθος χρόνου.
Το καθετοποιημένο μοντέλο και η ορατότητα του EBITDA: Από 400 εκατ. σε άνω των 700 εκατ.€
Στον πυρήνα της θετικής αξιολόγησης της Mediobanca βρίσκεται το ισχυρό καθετοποιημένο μοντέλο παραχωρήσεων και κατασκευής, το οποίο η τράπεζα θεωρεί ότι λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Με απλά λόγια, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει την ικανότητα να σχεδιάζει, να υλοποιεί και να λειτουργεί μεγάλα έργα, μετατρέποντας σταδιακά το κατασκευαστικό αντικείμενο σε μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το αποτύπωμα αξιοπιστίας που έχει δημιουργήσει ο όμιλος, καθώς η έκθεση κάνει ειδική μνεία στο επιτυχημένο track record εκτέλεσης και λειτουργίας, αλλά και στην ισχυρή θέση στην αγορά, τις καλές σχέσεις με προμηθευτές και την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.
Η μεγάλη «εικόνα» για τους αναλυτές είναι η ορατότητα κερδοφορίας. Η Mediobanca εκτιμά ότι η αύξηση του λειτουργικού αποτελέσματος είναι σε μεγάλο βαθμό «κλειδωμένη», βλέποντας το EBITDA να ανεβαίνει από περίπου 400 εκατ. ευρώ το 2024 σε πάνω από 700 εκατ. ευρώ το 2028. Πρόκειται για πρόβλεψη που, εφόσον επιβεβαιωθεί, αλλάζει αισθητά το επενδυτικό προφίλ της εταιρείας, δίνοντας πιο “utility-like” χαρακτηριστικά σε έναν όμιλο που παραδοσιακά συνδεόταν περισσότερο με την κυκλικότητα των έργων.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το ιστορικά υψηλό ανεκτέλεστο του κατασκευαστικού τομέα, το οποίο -σύμφωνα με την έκθεση- καλύπτει πάνω από έξι χρόνια εργασιών, ενισχύοντας το επιχείρημα ότι ο όμιλος έχει ήδη «γραμμένη» δραστηριότητα και παραγωγή αντικειμένου για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Εγνατία και Αττική Οδός: Assets-κλειδιά που διαμορφώνουν το 51% της αξίας του Ομίλου
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αξία των μεγάλων οδικών παραχωρήσεων, με την Mediobanca να υπογραμμίζει ότι η έναρξη λειτουργίας της Εγνατίας Οδού, σε συνδυασμό με την απόκτηση επιπλέον 15%, λειτουργεί ως καθοριστικός καταλύτης αποτίμησης.
Η τράπεζα αποτιμά την επιχειρηματική αξία (EV) της Εγνατίας στα 2,4 δισ. ευρώ, καθιστώντας τη το δεύτερο πιο πολύτιμο asset του ομίλου μετά την Αττική Οδό, η οποία αποτιμάται στα 3,6 δισ. ευρώ. Πλέον, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι δύο αυτοκινητόδρομοι μαζί συνεισφέρουν το 51% της αξίας στο σύνολο του ομίλου, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι το investment case της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εστιάζει ολοένα και περισσότερο στις παραχωρήσεις και λιγότερο στην κλασική λογική της κατασκευαστικής εταιρείας.
Η ανάγνωση αυτή είναι κρίσιμη και για τους επενδυτές, καθώς τα έργα παραχώρησης τείνουν να αντιμετωπίζονται από την αγορά ως περιουσιακά στοιχεία υψηλής ποιότητας, λόγω του μακροχρόνιου ορίζοντα, των σταθερών εσόδων και της προβλεψιμότητας που μπορούν να προσφέρουν.
Οι καταλύτες που μπορεί να «τρέξουν» την αποτίμηση: Έργα, capex, συμφωνία Motor Oil και πιθανό DM upgrade
Στην ανάλυση της Mediobanca, η αναβάθμιση της τιμής-στόχου δεν αντιμετωπίζεται ως στιγμιαίο rerating, αλλά ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας εξελίξεων που μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν αξία. Βασικός καταλύτης παραμένει η υλοποίηση του υψηλού κατασκευαστικού αντικειμένου, σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση ισχυρού επενδυτικού κύκλου υποδομών.
Παράλληλα, η τράπεζα ξεχωρίζει την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τη Motor Oil στον τομέα της ενέργειας, η οποία -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις- αναμένεται εντός του πρώτου εξαμήνου. Η συγκεκριμένη εξέλιξη θεωρείται σημαντική καθώς μπορεί να ξεκαθαρίσει τον χάρτη δραστηριοτήτων και να ενισχύσει τη στρατηγική ευελιξία του ομίλου.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στην ολοκλήρωση του κύκλου capex στα νέα έργα, όπως το Καστέλι, η Εγνατία, ο ΒΟΑΚ, καθώς και άλλα projects (IRC κ.λπ.). Η σταδιακή μετάβαση από την περίοδο επενδύσεων στη φάση λειτουργίας αποτελεί κομβικό σημείο για την παραγωγή ταμειακών ροών και την ενίσχυση των αποτιμήσεων.
Για την περίοδο από το 2027 και μετά, οι αναλυτές βλέπουν πιθανό νέο κύμα έργων αυτοκινητοδρόμων, ενώ προσθέτουν ως πεδίο πρόσθετης ανάπτυξης και τη δραστηριοποίηση σε έργα διαχείρισης απορριμμάτων και υδάτων, τομείς που συγκεντρώνουν αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον λόγω περιβαλλοντικών απαιτήσεων, χρηματοδοτικών εργαλείων και μακροχρόνιων συμβάσεων.
Τέλος, στο ευρύτερο χρηματιστηριακό πλαίσιο, η Mediobanca αναγνωρίζει και έναν εξωτερικό παράγοντα που ενδεχομένως να λειτουργήσει θετικά για τη μετοχή: την πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε Developed Market, με χρονικούς σταθμούς τον Αύγουστο για MSCI και τον Σεπτέμβριο για FTSE. Ένα τέτοιο σενάριο μπορεί να οδηγήσει σε εισροές και αλλαγή επενδυτικού status, ευνοώντας εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης με ισχυρό θεμελιώδες αφήγημα.
Διαβάστε επίσης; ΒΟΑΚ: «Κλείδωσε» η 35ετής παραχώρηση στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




