Εκλογές το 2027: Θεσμικό reset Μητσοτάκη με φόντο ΟΠΕΚΕΠΕ και «μάχη με το βαθύ κράτος» (video)

Εκλογές το 2027: Θεσμικό reset Μητσοτάκη με φόντο ΟΠΕΚΕΠΕ και «μάχη με το βαθύ κράτος» (video)



Με αυστηρές αιχμές στο πολιτικό σύστημα, αυτοκριτική και πρόταση για ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027, το μήνυμα Μητσοτάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ

 

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ περνά πλέον σε μια εντελώς διαφορετική φάση, πιο βαριά πολιτικά, πιο αιχμηρή θεσμικά και σαφώς πιο επικίνδυνη για την πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα. Το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μιλήσει με τηλεοπτικό μήνυμα προς τους πολίτες, σε μια στιγμή όπου η πίεση από τις νέες δικογραφίες, τις παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών και το αίτημα άρσης ασυλίας για 11 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έχει μετατρέψει τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε κεντρικό πολιτικό μέτωπο. Στο μήνυμά του ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί ταχύτατα μετά την άρση των ασυλιών και να ξεκαθαρίσει αν, σε πόσους και σε ποιους θα ασκηθούν διώξεις, ενώ ταυτόχρονα έβαλε στο τραπέζι μια θεσμική πρόταση με σαφές πολιτικό αποτύπωμα: Το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027.

Η παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν είχε μόνο αμυντικό χαρακτήρα. Είχε και έντονα επιθετικά στοιχεία, καθώς επιχείρησε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, να απορροφήσει μέρος της φθοράς και να μεταφέρει τη συζήτηση από την άμεση πολιτική ζημία σε μια μεγαλύτερη αφήγηση περί σύγκρουσης με το «βαθύ κράτος». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος μίλησε για «σημείο καμπής» και για «νέα αφετηρία μάχης» με διαχρονικές παθογένειες, προσπαθώντας να παρουσιάσει την κρίση όχι μόνο ως πρόβλημα, αλλά και ως ευκαιρία επανεκκίνησης. Την ίδια στιγμή, αναγνώρισε ότι η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή για 11 βουλευτές της ΝΔ είναι σοβαρή εξέλιξη και υπενθύμισε ότι τα αιτήματα άρσης ασυλίας θα εξεταστούν από την Επιτροπή Δεοντολογίας.

Η γραμμή Μαξίμου: Τεκμήριο αθωότητας, πολιτική αυτοκριτική και επίθεση στους «υποκριτές»

Στον πυρήνα του μηνύματός του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να ισορροπήσει πάνω σε τρία ταυτόχρονα και δύσκολα πεδία. Πρώτον, να μη φανεί ότι καλύπτει πολιτικά πρόσωπα που ελέγχονται. Δεύτερον, να προστατεύσει τη συνοχή της παράταξής του. Και τρίτον, να διαμορφώσει μια εικόνα θεσμικής σοβαρότητας μπροστά σε μια υπόθεση που έχει ήδη τραυματίσει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Γι’ αυτό και έδωσε έμφαση στο τεκμήριο της αθωότητας, λέγοντας ουσιαστικά ότι δεν είναι όλες οι υποθέσεις ίδιες και ότι κανείς από τους βουλευτές της ΝΔ δεν κατηγορείται πως αποκόμισε προσωπικό οικονομικό όφελος. Με αυτή τη διατύπωση προσπάθησε να χαμηλώσει τον πολιτικό πυρετό, χωρίς να αμφισβητήσει ευθέως τη βαρύτητα της δικογραφίας. Την ίδια ώρα, όμως, έστρεψε τα πυρά του και προς την αντιπολίτευση, αλλά και προς ένα ευρύτερο πολιτικό κλίμα που -όπως υποστήριξε- κάνει πως ανακαλύπτει τώρα τις πελατειακές σχέσεις, λες και αυτές γεννήθηκαν το 2019. Η φράση «φτάνει πια με τους υποκριτές» δεν ήταν τυχαία. Ήταν μια συνειδητή επιλογή όξυνσης, ώστε η κυβέρνηση να μην εμφανίζεται μόνο απολογούμενη, αλλά και πολιτικά αντεπιτιθέμενη.

Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός προσπάθησε να ενσωματώσει και μια δόση αυτοκριτικής, αναγνωρίζοντας ότι δεν έγιναν νωρίτερα οι απαραίτητες παρεμβάσεις για να σπάσει το «απόστημα». Αυτή η αναφορά είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει ότι το Μαξίμου καταλαβαίνει πως η κοινή γνώμη δεν αρκείται πλέον σε γενικές διαβεβαιώσεις περί διαφάνειας. Θέλει εξηγήσεις, ευθύνες και απτά σημάδια αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μητσοτάκης επέμεινε πως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως λειτουργούσε μέχρι σήμερα, τελειώνει, καθώς η ευθύνη του προσδιορισμού και της αποπληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων έχει μεταβιβαστεί στην ΑΑΔΕ, ώστε -όπως είπε- να μην μπορεί κανείς να ζητά «διευκολύνσεις» για επιδοτήσεις, όπως δεν ζητά για φορολογικά θέματα.

ΟΠΕΚΕΠΕ, «βαθύ κράτος» και το σχέδιο ψηφιακής αποψίλωσης του ρουσφετιού

Το πιο πολιτικά ενδιαφέρον σημείο του μηνύματος ήταν ότι ο πρωθυπουργός δεν επέλεξε να περιορίσει τη συζήτηση στον ΟΠΕΚΕΠΕ ως μεμονωμένο σκάνδαλο. Αντίθετα, τον ενέταξε σε μια πολύ ευρύτερη αφήγηση για το πώς λειτουργεί το ελληνικό κράτος, πώς αναπαράγονται τα ρουσφέτια και γιατί -κατά τη δική του οπτική- μόνο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός μπορεί να στερήσει το «οξυγόνο» από τις πελατειακές πρακτικές.

Εδώ ακριβώς επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από το παρόν τραύμα στο μέλλον της διακυβέρνησης. Έδωσε παραδείγματα από συντάξεις, κλήσεις, υγειονομικές υπηρεσίες, στρατολογία και αγροτικές επιδοτήσεις, για να υποστηρίξει ότι όπου ο ανθρώπινος παράγοντας και η προσωπική διαμεσολάβηση περιορίζονται, εκεί συρρικνώνεται και η μικρή ή μεγάλη διαφθορά. Στην ουσία, προσπάθησε να παρουσιάσει το κυβερνητικό σχέδιο όχι ως διαχείριση ζημιάς, αλλά ως συνέχεια μιας μακράς μεταρρυθμιστικής πορείας που τώρα πρέπει να βαθύνει. Μέσα σε αυτό το σχήμα, η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ βαφτίζεται η πιο ηχηρή απόδειξη ότι το «βαθύ κράτος» δεν νικιέται με δηλώσεις, αλλά μόνο με δομικές αλλαγές, ψηφιακή ιχνηλασιμότητα και κατάργηση των γκρίζων ζωνών που επιτρέπουν εξυπηρετήσεις και μεσολαβήσεις.

Πολιτικά, αυτή είναι ίσως η βασική κυβερνητική γραμμή άμυνας για το επόμενο διάστημα. Όχι ότι δεν υπήρξαν προβλήματα, αλλά ότι η παρούσα κυβέρνηση είναι εκείνη που τα φέρνει στο φως, τα εκθέτει στη δικαστική διερεύνηση και τα χρησιμοποιεί ως αφορμή για πιο ριζικές τομές. Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτό το αφήγημα θα πείσει, όταν η υπόθεση ακουμπά το κυβερνών κόμμα τόσο άμεσα και όταν οι πολιτικοί κραδασμοί δεν περιορίζονται σε διοικητικές αστοχίες, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα των πελατειακών σχέσεων στην περιφέρεια.

Η πρόταση-βόμβα για το ασυμβίβαστο και το βλέμμα ήδη στις εκλογές του 2027

Το πιο καθαρά πολιτικό και μακροπρόθεσμο στοιχείο του διαγγέλματος ήταν αναμφίβολα η πρόταση για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο διάστημα συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Πρόκειται για μια πρόταση που, εφόσον τελικά υιοθετηθεί, αλλάζει ουσιαστικά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, διαχωρίζοντας πιο καθαρά τον κοινοβουλευτικό από τον κυβερνητικό ρόλο. Ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι αυτή η δέσμη θεσμικών παρεμβάσεων δεν αφορά το παρόν, αλλά θα τεθεί σε δημόσιο διάλογο και θα συνδεθεί με τις δεσμεύσεις της ΝΔ για μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Με απλά λόγια, ο ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται όχι μόνο υπόθεση του σήμερα, αλλά και καταλύτης για την πολιτική ατζέντα του 2027.

Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πολιτικό στοίχημα του Μεγάρου Μαξίμου. Να πείσει ότι η κρίση δεν το σέρνει απλώς πίσω από τις εξελίξεις, αλλά το ωθεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο θεσμικών παρεμβάσεων. Να δείξει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν περιορίζεται στο να διαχειρίζεται φθορά, αλλά φιλοδοξεί να εμφανιστεί ξανά ως δύναμη αναθεώρησης και ρήξης. Το αν αυτό θα περάσει στην κοινωνία δεν θα κριθεί μόνο από το περιεχόμενο του σημερινού μηνύματος, αλλά από τρία πολύ πιο σκληρά τεστ: Την ταχύτητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τις αποφάσεις της Βουλής για τις άρσεις ασυλίας και κυρίως το αν η υπόθεση θα παράξει νέες, βαρύτερες αποκαλύψεις.

Γιατί πλέον η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς μια ακόμη δυσάρεστη πολιτική περιπέτεια. Είναι ένα crash test για την αντοχή της κυβέρνησης, την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και την ίδια την υπόσχεση ότι το ελληνικό κράτος μπορεί πράγματι να αποκοπεί από τις πιο παλιές και πιο ανθεκτικές του παθογένειες. Και γι’ αυτό ακριβώς το σημερινό μήνυμα δεν ήταν μια απλή απάντηση στην επικαιρότητα. Ήταν η πρώτη πράξη μιας πολύ μεγαλύτερης πολιτικής μάχης.

Διαβάστε επίσης: Πολιτικός «πυρετός» στο Μαξίμου: ΟΠΕΚΕΠΕ, δικογραφίες και εκλογικά σενάρια – Το τρίλημμα Μητσοτάκη

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων