Η γεωπολιτική «χτυπά» το Χρηματιστήριο Αθηνών: Τι βλέπουν οι διεθνείς οίκοι για αγορά και οικονομία
«Αιμορραγία» €17 δισ. για το Χρηματιστήριο Αθηνών λόγω πολέμου – Ανθεκτικότητα με ρίσκο για οικονομία – Το σενάριο των διεθνών αναλυτών
Σε φάση έντονης αποσυμπίεσης έχει εισέλθει το Χρηματιστήριο Αθηνών, με την κεφαλαιοποίηση να υποχωρεί κατά περίπου 17 δισ. ευρώ από την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων, αγγίζοντας πλέον τα 140 δισ. ευρώ. Η διόρθωση αυτή δεν αποτυπώνει απλώς ένα κύμα ρευστοποιήσεων, αλλά μια βαθύτερη αλλαγή στο επενδυτικό αφήγημα, όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα επανέρχεται ως βασικός παράγοντας τιμολόγησης.
Ο Γενικός Δείκτης καταγράφει απώλειες άνω του 11%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης ξεπερνά το -14%, αντανακλώντας την αυξημένη ευαισθησία του κλάδου στις μεταβολές του οικονομικού περιβάλλοντος. Η αγορά φαίνεται να έχει περάσει από την αποτίμηση των γεγονότων στην αποτίμηση της διάρκειας της κρίσης, στοιχείο που ενισχύει τη μεταβλητότητα.
Παρά την πτώση, δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις πλήρους μετάβασης σε bear market, καθώς η διόρθωση αποδίδεται κυρίως σε απομόχλευση θέσεων και όχι σε κατάρρευση των θεμελιωδών μεγεθών.
Ποιοι αντέχουν και ποιοι πιέζονται – Οι κλάδοι που ξεχωρίζουν
Η εικόνα της αγοράς είναι σαφώς διαφοροποιημένη. Τα διυλιστήρια, όπως τα ΕΛΠΕ και η Motor Oil, καταγράφουν ανθεκτικότητα λόγω των αυξημένων περιθωρίων διύλισης, ενώ η ΔΕΗ επωφελείται από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας, παρά τον υπαρκτό κίνδυνο ρυθμιστικών παρεμβάσεων.
Αντίθετα, οι βιομηχανικές εταιρείες και οι τίτλοι με έντονη κυκλικότητα, όπως η Elvalhalcor και η Viohalco, καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες, καθώς επηρεάζονται άμεσα από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις στην παγκόσμια ζήτηση.
Ο τουριστικός κλάδος και ειδικά η Aegean Airlines βρίσκονται επίσης υπό πίεση, καθώς η αύξηση των τιμών καυσίμων και η πιθανή κάμψη της ταξιδιωτικής ζήτησης δημιουργούν ένα πιο εύθραυστο περιβάλλον.
Οι τράπεζες κινούνται σε διπλή τροχιά. Από τη μία πλευρά ενισχύονται από τα υψηλότερα επιτοκιακά έσοδα, από την άλλη όμως επιβαρύνονται από την αύξηση του κόστους κινδύνου, λόγω της αβεβαιότητας για την πορεία της οικονομίας.
Ελληνική οικονομία και διεθνείς οίκοι – Ανθεκτικότητα με αστερίσκους
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον μεταφέρεται από την αγορά στην πραγματική οικονομία. Και εκεί, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, ωστόσο παραμένει ευάλωτη σε ενεργειακά σοκ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Fitch Ratings, η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με την Ευρωζώνη, με ρυθμό ανάπτυξης που εκτιμάται κοντά στο 2,1% για την περίοδο 2026-2027.
Αντίστοιχα, η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η Ελλάδα εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα σε ενεργειακά σοκ, χάρη στην εμπειρία της κρίσης του 2022 και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών. Παράλληλα, τονίζει ότι υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για στοχευμένα μέτρα στήριξης.
Η DBRS διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη περίπου 2% το 2026, αν και εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για το 2027, μειώνοντας ελαφρώς τις εκτιμήσεις της.
Ωστόσο, η βασική ευπάθεια παραμένει η ενεργειακή εξάρτηση. Σύμφωνα με αναλύσεις, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι μπορεί να μειώσει το ελληνικό ΑΕΠ κατά περίπου 0,15%, επιβαρύνοντας το εμπορικό ισοζύγιο.
Στο μέτωπο των αγορών, η Bank of America συνεχίζει να βλέπει αξία στις ελληνικές μετοχές, τονίζοντας ότι οι αποτιμήσεις και οι μερισματικές αποδόσεις παραμένουν ελκυστικές. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η γεωπολιτική ένταση ενδέχεται να περιορίσει τη διάθεση για ρίσκο.
Αντίθετα, η JPMorgan υιοθετεί πιο επιφυλακτική στάση, υποβαθμίζοντας το ελληνικό χρηματιστήριο, επισημαίνοντας ότι η υψηλή συμμετοχή διεθνών επενδυτών αυξάνει τον κίνδυνο απότομων εκροών σε περιόδους αναταραχής.
Παράλληλα, η Deutsche Bank διατηρεί θετική στάση για τις ελληνικές τράπεζες, αναβαθμίζοντας τις τιμές-στόχους και υπογραμμίζοντας ότι οι αποτιμήσεις παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές.
Οι οίκοι αξιολόγησης, όπως η Moody’s, επισημαίνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακή βάση ώστε να απορροφήσουν βραχυπρόθεσμους κραδασμούς, αν και μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να δημιουργήσει δευτερογενείς κινδύνους.
Το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ότι η ελληνική αγορά και οικονομία δεν βρίσκονται σε κατάσταση αποσταθεροποίησης, αλλά σε μια φάση αυξημένης ευαισθησίας. Η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει αν η τρέχουσα διόρθωση θα αποτελέσει ευκαιρία επανατοποθέτησης ή προάγγελο βαθύτερων πιέσεων.
Σε αυτή τη συγκυρία, το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν τιμολογεί μόνο εταιρικά μεγέθη, αλλά κυρίως γεωπολιτικό ρίσκο. Και αυτό είναι το στοιχείο που καθορίζει πλέον το παιχνίδι.
Διαβάστε επίσης; MSCI upgrade: Τα «βαριά χαρτιά» που παίρνουν θέση και οι μετοχές που μένουν πίσω
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




