Η ΕΚΤ σε επιφυλακή: Ο Τραμπ «παίζει» με τους δασμούς και το ευρώ ανεβαίνει επικίνδυνα
Η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου συνεχίζει να ανεβαίνει, πιέζοντας τις ευρωπαϊκές εξαγωγές και επαναφέροντας τον κίνδυνο ενός νέου νομισματικού πολέμου
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπαίνει ξανά σε καθεστώς αυξημένης επιφυλακής, καθώς η γεωπολιτική ένταση και η εμπορική ρητορική της Ουάσιγκτον επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα γνώριμο αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο δίδυμο, δασμούς δηλαδή και νομισματικές πιέσεις. Η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έθεσε το πλαίσιο με μια φράση που αποκτά ειδικό βάρος για τις αγορές: «Η αβεβαιότητα επέστρεψε».
Το τελευταίο «επεισόδιο» που ταράζει τα νερά έχει σαφές πολιτικό υπόβαθρο. Οι πιέσεις του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προς την Ευρώπη, οι αιχμές και οι απειλές για νέους δασμούς κατά ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και η ανοιχτή αναφορά στο θέμα της Γροιλανδίας, διαμορφώνουν ένα σκηνικό που ξεπερνά τη στενή οικονομική διάσταση. Πρόκειται για μια σύγκρουση με χαρακτηριστικά ισχύος, η οποία μπορεί να επηρεάσει από τις εμπορικές ροές και τις ενεργειακές ισορροπίες έως τις σχέσεις εντός ΝΑΤΟ.
Το «σήμα» από την Ουάσιγκτον και το κόστος για την Ευρώπη
Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε δασμούς σε οκτώ κράτη – επτά κράτη μέλη της ΕΕ και τη Μεγάλη Βρετανία – ως αντίδραση στη στάση τους απέναντι στην πρόθεσή του να προωθήσει τα σχέδια «ενσωμάτωσης» της Γροιλανδίας. Το μήνυμα ήταν καθαρό: όποιος στέκεται απέναντι στα αμερικανικά σχέδια θα έχει οικονομικό κόστος.
Ωστόσο, μέσα σε λίγες ημέρες, από το Νταβός της Ελβετίας, ο Αμερικανός Πρόεδρος εμφανίστηκε να παίρνει πίσω το μέτρο, επαναφέροντας το γνωστό μοτίβο μιας πολιτικής «μπρος-πίσω». Η αναδίπλωση δεν αρκούσε για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Αντιθέτως, άφησε κάτι που οι αγορές φοβούνται περισσότερο από τις ίδιες τις ανακοινώσεις: την αίσθηση ότι η εμπορική πολιτική μπορεί να μετατραπεί ανά πάσα στιγμή σε εργαλείο πίεσης.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η ΕΚΤ δεν έχει περιθώρια εφησυχασμού.
Η ΕΚΤ κρατά ψυχραιμία, αλλά δεν κρύβει τις ανησυχίες
Η Φρανκφούρτη εμφανίζεται προς το παρόν ψύχραιμη, όμως το κλίμα στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής νομισματικής αρχής δείχνει να μεταβάλλεται. Η ΕΚΤ γνωρίζει ότι, πριν καν αποκρυσταλλωθεί η εξέλιξη στο μέτωπο ΗΠΑ–ΕΕ, πρέπει να «διαβάσει» και την πορεία της Fed, καθώς η πολιτική των αμερικανικών επιτοκίων λειτουργεί ως παγκόσμια πυξίδα για τις ισοτιμίες και τις κεφαλαιακές ροές.
Στην αγορά κυριαρχεί η εκτίμηση ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, μετά την αλλαγή ηγεσίας που αναμένεται τον Μάρτιο, θα κινηθεί πιο επιθετικά σε μειώσεις επιτοκίων. Ήδη, καταγράφονται προβλέψεις για αποκλιμάκωση τουλάχιστον κατά 1% μέσα στο 2026, από επίπεδα 3,75% σήμερα.
Αυτό το σενάριο δεν αποτελεί απλώς αμερικανική υπόθεση. Κάθε επιθετική χαλάρωση στις ΗΠΑ τείνει να αποδυναμώνει το δολάριο, να ενισχύει το ευρώ και τελικά να δημιουργεί πρόσθετο βάρος για την εξαγωγική ισχύ της Ευρωζώνης.
Η «ουδέτερη» πολιτική στο επίκεντρο, αλλά με ανοιχτές πόρτες
Η ΕΚΤ επαναλαμβάνει ότι το βασικό της σημείο αναφοράς παραμένει η λεγόμενη «ουδέτερη» νομισματική πολιτική. Επιτόκια γύρω στο 2% με πληθωρισμό επίσης κοντά στο 2%. Είναι η θεωρητική ισορροπία που δεν πιέζει ούτε φρενάρει την οικονομία.
Όμως, αυτή η ισορροπία γίνεται όλο και πιο εύθραυστη, καθώς οι δασμοί και οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να λειτουργήσουν διπλά: να πλήξουν την ανάπτυξη αλλά και να προκαλέσουν νέο κύμα ανατιμήσεων, είτε μέσω ενέργειας είτε μέσω εισαγωγών και εμπορικών αλυσίδων.
Η Λαγκάρντ και η ηγεσία της ΕΚΤ θέλουν να εκπέμψουν προς τις αγορές ένα σαφές μήνυμα: καμία κίνηση δεν είναι «κλειδωμένη» και η πολιτική μπορεί να κινηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αν το απαιτήσουν οι συνθήκες. Με άλλα λόγια, η ευελιξία γίνεται εργαλείο αξιοπιστίας.
Γροιλανδία: Ένα θέμα που δεν «τελειώνει» πολιτικά
Παρά τη μερική αναδίπλωση της Ουάσιγκτον, στην Ευρώπη επικρατεί η αίσθηση ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας δεν πρόκειται να αποσυρθεί. Από τη στιγμή που τέθηκε με επίσημο τρόπο, αποτελεί πλέον στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής και μπορεί να επανέρχεται, ως διαπραγματευτικό χαρτί, σε κάθε νέα κρίση.
Οι δεσμοί της Δανίας με την περιοχή, αλλά και η ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική εμπλοκή, σημαίνουν ότι η ένταση μπορεί να αγγίξει συνολικά τις σχέσεις ΗΠΑ–ΕΕ. Το βάθος της ζημιάς παραμένει άγνωστο, ωστόσο αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική πλευρά μπορεί να «ποντάρει» σε διαφορετικά συμφέροντα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να πετύχει σταδιακά τους στόχους της χωρίς ευθεία σύγκρουση.
Η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου και ο κίνδυνος για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές
Στο μεταξύ, η άνοδος του ευρώ έναντι του δολαρίου συνεχίζεται, δημιουργώντας ένα πρόβλημα που δεν είναι θεωρητικό αλλά απολύτως πρακτικό: την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τους δασμούς ως γεωοικονομικό όπλο, η ισοτιμία μετατρέπεται σε δεύτερο μέτωπο πίεσης.
Ταυτόχρονα, παραμένει θολό το τοπίο των ενεργειακών εισαγωγών για την Ευρώπη, γεγονός που επιτείνει την αβεβαιότητα για τις τιμές και τις βιομηχανικές αντοχές.
Η αγορά ήδη «τιμολογεί» το ενδεχόμενο περαιτέρω ενίσχυσης του ευρώ, με προβλέψεις που θέλουν την ισοτιμία να κινείται προς το 1,20 δολάριο ανά ευρώ μέσα στο 2026. Το επιχείρημα πίσω από αυτή την εκτίμηση είναι ενδεικτικό της νέας εποχής: οι δασμοί τελικά μπορεί να πλήξουν περισσότερο τις ίδιες τις ΗΠΑ -μέσω κόστους και πληθωρισμού- παρά την Ευρώπη.
Νέος κύκλος ρίσκου για την Ευρωζώνη
Η ουσία είναι ότι η Ευρωζώνη εισέρχεται ξανά σε περίοδο υψηλού εξωτερικού ρίσκου. Η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με την κλασική αποστολή της, τον πληθωρισμό και τη σταθερότητα τιμών, αλλά και με μια σύνθετη αλληλουχία γεωπολιτικών και εμπορικών παραγόντων που μπορούν να εκτροχιάσουν προβλέψεις μέσα σε εβδομάδες.
Ο «πόλεμος των νομισμάτων» δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Εάν οι δασμοί επανέλθουν ως βασικό εργαλείο αμερικανικής πολιτικής, τότε η ισοτιμία ευρώ–δολαρίου θα γίνει κεντρικό μέτωπο αντιπαράθεσης, με άμεσες συνέπειες για βιομηχανία, εξαγωγές, επενδύσεις και ανάπτυξη.
Η ΕΚΤ δείχνει έτοιμη να κινηθεί, αλλά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα δράσει. Είναι πόσο γρήγορα θα αναγκαστεί να το κάνει.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




