«Καμπανάκι» Ελεγκτικού Συνεδρίου: Η ΕΕ πάει «στα τυφλά» και με «στεγνό πορτοφόλι» στις κρίσιμες πρώτες ύλες
Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο: Ο στόχος της ΕΕ να εξασφαλίσει κρίσιμες πρώτες ύλες έως το 2030 «φαντάζει εκτός πραγματικότητας»
Σοβαρές αμφιβολίες για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να εξασφαλίσει έως το 2030 επάρκεια σε κρίσιμες πρώτες ύλες, ώστε να στηριχθεί η ενεργειακή μετάβαση και οι κλιματικοί της στόχοι, εκφράζει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ). Σε έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα, το ΕΕΣ χαρακτηρίζει τη φιλοδοξία των Βρυξελλών «εκτός πραγματικότητας», προειδοποιώντας ότι η ΕΕ εξακολουθεί να κινείται με σημαντικά κενά πολιτικής, χαμηλές επιδόσεις ανακύκλωσης και υψηλό βαθμό εξάρτησης από τρίτες χώρες.
Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς αφορά υλικά-κλειδιά για την πράσινη μετάβαση: λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, χαλκός και σπάνιες γαίες. Πρόκειται για πρώτες ύλες που καθορίζουν την παραγωγή μπαταριών, ηλεκτρικών οχημάτων, ανεμογεννητριών, φωτοβολταϊκών, αλλά και των υποδομών δικτύων που απαιτούνται για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Εξάρτηση από λίγες χώρες και «επικίνδυνη συγκέντρωση» προμηθευτών
Κατά το ΕΕΣ, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δομικό πρόβλημα: οι περισσότερες κρίσιμες πρώτες ύλες που απαιτούνται για την ενεργειακή μετάβαση είναι σήμερα συγκεντρωμένες σε μικρό αριθμό χωρών εκτός Ένωσης. Στην πρώτη γραμμή αυτής της εξάρτησης βρίσκονται η Κίνα, η Τουρκία και η Χιλή.
Όπως τονίζεται στην έκθεση, χωρίς επάρκεια πρώτων υλών δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ουσιαστική ενεργειακή μετάβαση, ούτε ανταγωνιστικότητα, ούτε στρατηγική αυτονομία. Με άλλα λόγια, η πράσινη ατζέντα της ΕΕ κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια εξαιρετικά ακριβή και γεωπολιτικά ευάλωτη διαδικασία, αν δεν «κλειδώσει» η πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα.
Η Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες και τα «θολά» σημεία
Για να μειώσει αυτό το ρίσκο, η ΕΕ προχώρησε το 2024 στην Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, έναν κεντρικό κανονισμό που στοχεύει να διασφαλίσει ασφαλή εφοδιασμό για 26 ορυκτά τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για την οικονομία και την ενεργειακή μετάβαση.
Ωστόσο, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική αφήνει «γκρίζες ζώνες». Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η Πράξη δεν καθορίζει με σαφήνεια τι ακριβώς πρέπει να έχει επιτευχθεί έως το 2030, ενώ οι στόχοι που τίθενται είναι κατά βάση μη δεσμευτικοί. Παράλληλα, καλύπτεται μικρός μόνο αριθμός «στρατηγικών» πρώτων υλών, γεγονός που υπονομεύει τον χαρακτήρα της ως συνολικής απάντησης στο πρόβλημα.
Στρατηγικές συνεργασίες που δεν αποδίδουν: «Πάγωμα» με ΗΠΑ, εκκρεμότητες με Mercosur
Η έκθεση δείχνει επίσης ότι η πολιτική στρατηγικών εταιρικών σχέσεων της ΕΕ δεν αποδίδει όπως σχεδιάστηκε. Μάλιστα, την τελευταία πενταετία παρατηρείται μείωση εισαγωγών πρώτων υλών από τις μισές από τις 14 χώρες με τις οποίες έχουν υπογραφεί στρατηγικές συμφωνίες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, που διακόπηκαν το 2024 και παραμένουν σε στασιμότητα. Ταυτόχρονα, άλλες συμφωνίες βρίσκονται ακόμη σε εκκρεμότητα ή δεν έχουν υλοποιηθεί, όπως η συμφωνία με τις χώρες Mercosur, οι οποίες θεωρούνται πλούσιες σε κρίσιμες πρώτες ύλες και θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος των ευρωπαϊκών αναγκών.
Ανακύκλωση: Ο «αδύναμος κρίκος» της ευρωπαϊκής στρατηγικής
Ένας από τους πιο σημαντικούς ευρωπαϊκούς στόχους, σύμφωνα με την Πράξη, είναι ότι έως το 2030 το 25% των στρατηγικών πρώτων υλών θα πρέπει να προέρχεται από ανακυκλωμένες πηγές. Ωστόσο, το ΕΕΣ μιλά για «μάλλον δυσοίωνες προοπτικές».
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: τα ποσοστά ανακύκλωσης για 7 από τις 26 κρίσιμες πρώτες ύλες κινούνται μόλις στο 1%-5%, ενώ για 10 πρώτες ύλες δεν υφίσταται πρακτικά ανακύκλωση. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το «κυκλικό μοντέλο» που η ΕΕ προβάλλει ως βασική απάντηση στη σπάνη πρώτων υλών δεν έχει ακόμη υποδομή, κλίμακα και τεχνολογική ωρίμανση ώστε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Εξόρυξη: 20 χρόνια μέχρι να αποδώσει ένα νέο κοίτασμα
Ένας ακόμη βασικός άξονας της ευρωπαϊκής στρατηγικής είναι να ενισχυθεί η εγχώρια εξόρυξη ώστε να καλύπτεται το 10% της κατανάλωσης της ΕΕ σε στρατηγικές πρώτες ύλες.
Το ΕΕΣ όμως προειδοποιεί ότι οι δραστηριότητες εξερεύνησης δεν έχουν προχωρήσει αρκετά. Ακόμη και όταν ανακαλύπτονται κοιτάσματα, μπορεί να χρειαστούν έως και 20 χρόνια για να γίνει επιχειρησιακά έτοιμο ένα εξορυκτικό έργο. Πρόκειται για χρονικό ορίζοντα που ουσιαστικά υπερβαίνει τον στόχο του 2030, καθιστώντας την εγχώρια εξόρυξη περισσότερο μεσο-μακροπρόθεσμη λύση παρά απάντηση στο άμεσο πρόβλημα.
Μεταποίηση: Το υψηλό ενεργειακό κόστος «φρενάρει» την Ευρώπη
Ο τρίτος πυλώνας της Πράξης προβλέπει ότι η ΕΕ θα πρέπει να επεξεργάζεται το 40% των κρίσιμων πρώτων υλών που καταναλώνει έως το 2030. Όμως, σύμφωνα με το ΕΕΣ, η ίδια η ενεργειακή κρίση και το υψηλό κόστος ενέργειας υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών μονάδων επεξεργασίας.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο φτάνει στο σημείο να προειδοποιήσει για έναν φαύλο κύκλο: η αβεβαιότητα εφοδιασμού εμποδίζει την ανάπτυξη μονάδων επεξεργασίας και η αδύναμη βιομηχανική επεξεργασία μειώνει με τη σειρά της το κίνητρο για επενδύσεις σε σταθερές αλυσίδες εφοδιασμού.
Με απλά λόγια, η Ευρώπη μπορεί να εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση όπου η πράσινη μετάβαση απαιτεί πρώτες ύλες που δεν μπορεί να εξασφαλίσει εύκολα, άρα δεν μπορεί να τις επεξεργαστεί, άρα δεν μπορεί να χτίσει βιομηχανική αυτάρκεια και ανταγωνιστικότητα.
Διαωάστε επίσης: Μυτιληναίος για κρίσιμες πρώτες ύλες: «Χωρίς ενέργεια και χρηματοδότηση, δεν έχει αυτάρκεια»
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




