Ο Σαμαράς «χτίζει» υπερκομματικό ρόλο και κρατά για μετά την ανακοίνωση κόμματος
Η ομιλία Σαμαρά σε εκδήλωση για τον Σήφη Βαλυράκη που διαβάστηκε αλλιώς: Ο πρώην πρωθυπουργός παίζει θεσμικά και ανοίγει ακροατήριο
Μια εκδήλωση μνήμης στην ΕΣΗΕΑ για τον Σήφη Βαλυράκη θα μπορούσε, τυπικά, να εξαντληθεί σε ένα συναισθηματικό αποτύπωμα, σε ιστορίες κοινών διαδρομών και σε λόγια τιμής. Όμως, ο τρόπος που επέλεξε ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς να μιλήσει για τον Βαλυράκη δεν περιορίστηκε στη βιωματική αφήγηση. Έχτισε κάτι πιο σύνθετο: ένα πολιτικό σχόλιο για την εποχή, ένα μήνυμα προς το σημερινό σύστημα εξουσίας και, ταυτόχρονα, μια απόπειρα επανατοποθέτησης αξιών που –κατά την οπτική του– έχουν υποχωρήσει.
Για τον Σαμαρά, ο Βαλυράκης δεν παρουσιάστηκε απλώς ως ένας ιστορικός αγωνιστής του αντιδικτατορικού κινήματος ή ένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ με πορεία. Παρουσιάστηκε ως σύμβολο μιας πολιτικής “ράτσας” που σπανίζει: ο «ευπατρίδης πολιτικός», όπως είπε, με «ήθος, σταθερότητα ιδεών, αγωνιστικότητα, εντιμότητα και πίστη βαθιά στις δυνάμεις της πατρίδας». Και μόνο αυτή η επιλογή λέξεων λειτουργεί ως καθρέφτης για το παρόν. Όταν μιλάς για κάτι που «σπανίζει σήμερα», στην πραγματικότητα περιγράφεις την έλλειψη που θεωρείς ότι κυριαρχεί.
«Πράσινα και γαλάζια καφενεία»: Μα υπενθύμιση του διχασμού, αλλά και της υπέρβασής του
Η αναφορά του στην εποχή των «πράσινων και των γαλάζιων καφενείων» δεν είναι απλή αναδρομή στο πολιτικό φολκλόρ μιας άλλης Ελλάδας. Είναι μια υπενθύμιση του διχασμού ως διαρκούς ελληνικής συνθήκης. Μόνο που στην αφήγησή του, ο Βαλυράκης και ο ίδιος ενσάρκωσαν την υπέρβαση: δύο άνθρωποι από διαφορετικούς κομματικούς κόσμους, με κοινό «παρονομαστή» την «ειλικρινή αγάπη και ανησυχία για την πατρίδα».
Το πολιτικό μήνυμα είναι εμφανές. Υπάρχει μια γραμμή «πατριωτισμού» που μπορεί –ή πρέπει– να ενώσει και να γίνει κοινός τόπος ακόμη και μεταξύ αντιπάλων. Σε μια συγκυρία όπου η δημόσια συζήτηση διαρκώς πολώνεται, η τοποθέτηση αυτή λειτουργεί ως υπαινιγμός ότι η χώρα χρειάζεται ξανά έναν κοινό κώδικα, πέρα από κομματικές στοχεύσεις.
Αυτό ενισχύεται από την επίκληση στον Ελύτη και τη φράση «είναι όμορφη και παράξενη αυτή η χώρα», μια λογοτεχνική γέφυρα που σκόπιμα αποσκοπεί να μετατρέψει την πολιτική σε αφήγημα ιστορικής συνέχειας, όχι σε απλή διαχείριση εξουσίας.
Η αντιδικτατορική ρίζα ως «πιστοποιητικό» Δημοκρατίας
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο πρώην πρωθυπουργός στις αντιδικτατορικές ρίζες της γνωριμίας τους. Παρέπεμψε στον θείο του Παύλο Ζάννα, στη Δημοκρατική Άμυνα, στον Βαλυράκη στο ΠΑΚ, «φυλακισμένοι και οι δύο». Αυτή η αναφορά δεν είναι τυχαία: σε περιόδους πολιτικής έντασης, η επίκληση στο αντιδικτατορικό παρελθόν λειτουργεί ως “πιστοποιητικό” Δημοκρατίας και ως υπόμνηση ότι η πολιτική δεν είναι μόνο τεχνοκρατία και διαχείριση, αλλά και αγώνας, ρίσκο, θυσία.
Με αυτή τη δομή, ο Σαμαράς δεν εγκωμιάζει απλώς τον φίλο του. Χτίζει μια ηθική βάση από την οποία μπορεί να ασκήσει κριτική στο σήμερα. Όταν παρουσιάζεις τη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα αγώνα και όχι ως δεδομένο, η κριτική σε σύγχρονες πρακτικές εξουσίας αποκτά άλλο βάρος.
Η πιο ηχηρή πολιτική αιχμή
Η στιγμή που η ομιλία περνά καθαρά στο πολιτικό πεδίο είναι η αναφορά στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Μελετών, στις παλιές προτάσεις θεσμικού εκσυγχρονισμού και, κυρίως, στη φράση που ακούστηκε σχεδόν ως «καρφί» με συγκεκριμένο αποδέκτη: «μια απάντηση στο δήθεν επιτελικό κράτος των 60-65 υπουργών και υφυπουργών».
Εδώ, η ομιλία παύει να είναι μόνο τιμητική και γίνεται πολιτική παρέμβαση με διπλό στόχο. Πρώτον, υπονοεί ότι το σημερινό κυβερνητικό μοντέλο είναι υπερτροφικό και επικοινωνιακό. Δεύτερον, ότι η έννοια του «επιτελικού κράτους» έχει καταντήσει σύνθημα χωρίς ουσιαστική μεταρρυθμιστική απόδοση. Η λέξη «δήθεν» είναι βαριά. Δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας. Φωτογραφίζει μια κυβερνητική αντίληψη ως επιφάνεια, όχι ως ουσία.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, γιατί δεν πρόκειται για μια γενικόλογη κριτική προς το «πολιτικό σύστημα». Είναι μια καθαρή αιχμή προς την κυβέρνηση, με κριτήριο αποτελεσματικότητας και οργάνωσης εξουσίας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η αποστροφή για την «τελευταία του συνομιλία πριν δολοφονηθεί». Η λέξη «δολοφονηθεί» δεν είναι ουδέτερη. Χρησιμοποιείται με βαρύτητα, σε μια υπόθεση που στο δημόσιο πεδίο έχει τροφοδοτήσει ερωτήματα στο παρελθόν.
Με αυτή τη διατύπωση, ο Σαμαράς δεν αναμοχλεύει απλώς μια προσωπική μνήμη. Επαναφέρει, έμμεσα, μια αφήγηση «ανοικτού λογαριασμού», μια σκιά που συνοδεύει τον θάνατο του Βαλυράκη, προσδίδοντας στην ομιλία πολιτική ένταση και συμβολισμό. Σαν να λέει ότι ο Βαλυράκης δεν έφυγε απλώς από τη ζωή, αλλά χάθηκε βίαια, άρα και η μνήμη του έχει διαφορετικό ειδικό βάρος.
«Ο πατριωτισμός ενώνει και δεν διαιρεί»
Η κατακλείδα της ομιλίας είναι, στην πραγματικότητα, το πολιτικό της “σύνθημα”: «Ο Πατριωτισμός ενώνει και δεν διαιρεί». Αυτή η φράση δεν απευθύνεται μόνο στο ακροατήριο. Απευθύνεται στο πολιτικό κέντρο της χώρας, στα κομματικά επιτελεία, στην κοινή γνώμη και σε εκείνους που έχουν υιοθετήσει τον πατριωτισμό ως εργαλείο αντιπαράθεσης ή ως επικοινωνιακή σημαία.
Ο Σαμαράς επιχειρεί να ορίσει τον πατριωτισμό όχι ως ιδεολογική ιδιοκτησία ενός χώρου, αλλά ως κοινό πεδίο. Πρόκειται για μια θέση που ταυτόχρονα λειτουργεί ως πρόσκληση και ως μομφή. Πρόσκληση για συνεννόηση, μομφή προς όσους καλλιεργούν διαίρεση στο όνομα της πατρίδας.
Και, ταυτόχρονα, είναι και μια διακριτική αυτοτοποθέτηση. Ο ίδιος μιλά από τη θέση του πρώην πρωθυπουργού, με πολιτική βαρύτητα, ως φορέας ενός «πατριωτικού» λόγου που επιχειρεί να αποκτήσει υπερκομματική νομιμοποίηση. Η επιλογή να το πει αυτό σε εκδήλωση για έναν ιστορικό Πασόκο αγωνιστή δεν είναι τυχαία.
Πολιτικά, η επιλογή του Σαμαρά να μιλήσει σε εκδήλωση για έναν ιστορικό αγωνιστή του ΠΑΣΟΚ δεν είναι μια απλή χειρονομία τιμής. Είναι μια προσεκτικά μετρημένη κίνηση πολλαπλών αποδεκτών. Aνοίγει δίαυλο προς ένα πατριωτικό, θεσμικό ακροατήριο πέρα από τα όρια της Νέας Δημοκρατίας, χωρίς να εμφανίζεται ότι αμφισβητεί ευθέως την κυβερνητική γραμμή. Ταυτόχρονα, χτίζει προφίλ υπερκομματικού “παίκτη”, με λόγο ενότητας και εθνικής ευθύνης, που μπορεί να διεκδικήσει θεσμική νομιμοποίηση και κεντρικό ρόλο στις πολιτικές ισορροπίες της επόμενης μέρας.
Σε αυτό το πλαίσιο, και η απουσία οποιασδήποτε επίσημης αναγγελίας νέου πολιτικού φορέα αποκτά τη δική της σημασία. Η καθυστέρηση δεν δείχνει αδυναμία, αλλά επιλογή τακτικής. Όσο δεν “κλειδώνει” ένα κόμμα, παραμένει ανοιχτός ο χώρος των ελιγμών, των θεσμικών κινήσεων και των υπερκομματικών επαφών, χωρίς το βάρος μιας καθαρής κομματικής πρόκλησης προς τη Νέα Δημοκρατία ή μιας ρήξης που θα έδινε άλλους όρους στην πολιτική συζήτηση. Άλλωστε, μια ανακοίνωση κόμματος θα μετέτρεπε αυτομάτως το μήνυμα της «εθνικής υπέρβασης» σε σενάριο προσωπικής στρατηγικής. Έτσι, προς το παρόν, η πολιτική επιλογή μοιάζει να είναι η διατήρηση της ασάφειας, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί -αν υπάρξει- μια πρόσκληση με κοινωνική και θεσμική νομιμοποίηση, όχι απλώς μια κίνηση κομματικής επιβίωσης.
Διαβάστε επίσης; Καραμανλής-Βενιζέλος-Σαμαράς στην πρώτη σειρά: Η «παλιά φρουρά» επιστρέφει στο προσκήνιο
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




