Σημαντική παρέμβαση Steven Miran (Fed) στους Δελφούς: Η Ελλάδα «φάρος» για την οικονομία του Trump – Γιατί η Lagarde δεν είναι Powell

Σημαντική παρέμβαση Steven Miran (Fed) στους Δελφούς: Η Ελλάδα «φάρος» για την οικονομία του Trump - Γιατί η Lagarde δεν είναι Powell

Καταλήγοντας, ο Stephen I. Miran τόνισε ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες οφείλουν να παρακολουθούν στενά τις επιπτώσεις της ρύθμισης και της απορρύθμισης στην παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό…

Tις επιπτώσεις της απορρύθμισης στη νομισματική πολιτική, χρησιμοποιώντας την ελληνική εμπειρία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχούς προσαρμογής μετά από μια βαθιά οικονομική κρίση, ανέλυσε εκτενώς στην ομιλία του στο Delphi Economic Forum, ο κυβερνήτης της Fed, στενός συνεργάτης και εμπνευστής της δασμολογικής πολιτικής του Donald Trump, Stephen I. Miran.
Όπως τόνισε, η ανάκαμψη της Ελλάδας από την κρίση που ξέσπασε το 2009 κατέστη εφικτή μόνο μετά την εφαρμογή εκτεταμένων και επώδυνων μεταρρυθμίσεων από τον ελληνικό λαό, με κεντρικό άξονα την άρση της ασφυκτικής υπερρρύθμισης σε πολλούς τομείς της οικονομίας.
Η απορρύθμιση, σε συνδυασμό με άλλες μεταρρυθμίσεις, απελευθέρωσε τις επιχειρήσεις ώστε να ανταγωνίζονται τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά και ενίσχυσε την πρόσβαση των πολιτών στην οικονομική δραστηριότητα.
Το φάσμα των αλλαγών περιλάμβανε την απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, τη μείωση των αδειοδοτικών και διοικητικών βαρών, το άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων και την αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, το κράτος προχώρησε στην απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, στην ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων, λιμένων και κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και σε βαθιές μεταρρυθμίσεις του πτωχευτικού πλαισίου και του επιχειρηματικού δικαίου.
Παρότι η ποσοτική αποτίμηση των επιπτώσεων αυτών των πολιτικών παραμένει δύσκολη, ο Stephen I. Miran υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως οι μεταρρυθμίσεις αυτές στήριξαν μια εντυπωσιακή επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η μακροοικονομική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί, η ανεργία έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές έχουν ανακάμψει δυναμικά.
Οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας αποκατέστησαν την ανταγωνιστικότητα, μείωσαν το μοναδιαίο κόστος εργασίας και ενθάρρυναν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη βελτίωση της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.
Αν και η νομισματική πολιτική καθορίζεται από την ΕΚΤ, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη διαχειρίζονται τις οικονομίες τους.
Ενδεικτικό είναι ότι τα μακροπρόθεσμα ελληνικά επιτόκια δανεισμού περιόρισαν το spread έναντι της Γερμανίας σε επίπεδα κάτω του 1%, από περίπου 6% πριν από μία δεκαετία.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα έχει διανύσει τεράστια απόσταση, εντυπωσιάζοντας τη διεθνή κοινότητα με την ανάκαμψή της.

Ρύθμιση, απορρύθμιση και η πλευρά της προσφοράς

Αναφερόμενος στη συζήτηση γύρω από την έκθεση του Mario Draghi, ο Stephen I. Miran υποστήριξε ότι το ελληνικό παράδειγμα αποδεικνύει πως στοχευμένες απορρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να θέσουν τα θεμέλια για πιο διατηρήσιμη και ισχυρή ανάπτυξη, ενισχύοντας την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας – την αποκαλούμενη πλευρά της προσφοράς.
Αυτού του είδους η ανάπτυξη διαφέρει ουσιωδώς από τις καθαρά κυκλικές εξάρσεις, οι οποίες ενισχύουν προσωρινά το ΑΕΠ χωρίς να αυξάνουν το δυνητικό προϊόν, συχνά δημιουργώντας πληθωριστικές πιέσεις που υπονομεύουν τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Οι πρόσφατες εμπειρίες, όπως τόνισε, καθιστούν αναγκαίο οι κεντρικοί τραπεζίτες να λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα μη νομισματικών παραγόντων κατά τη χάραξη πολιτικής.
Ένας από τους σημαντικότερους είναι το ρυθμιστικό βάρος που επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά, το οποίο άρχισε να υποχωρεί τον τελευταίο χρόνο.
Ο Stephen I. Miran εκτίμησε ότι η εκτεταμένη απορρύθμιση που βρίσκεται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ θα ενισχύσει σημαντικά τον ανταγωνισμό, την παραγωγικότητα και το δυνητικό προϊόν, επιτρέποντας ταχύτερη ανάπτυξη χωρίς πληθωριστικές πιέσεις.
Η αγνόηση αυτών των επιδράσεων, προειδοποίησε, θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητα περιοριστική νομισματική πολιτική.

Το πρόβλημα της μέτρησης των ρυθμίσεων

Ένα από τα βασικά εμπόδια για την ενσωμάτωση της απορρύθμισης στις μακροοικονομικές προβλέψεις είναι η δυσκολία ποσοτικής μέτρησής της.
Οι οικονομολόγοι τείνουν να μελετούν ό,τι μπορεί να μετρηθεί εύκολα – ένα φαινόμενο γνωστό ως το «πρόβλημα του φανοστάτη».
Οι ρυθμίσεις διαφέρουν δραστικά ανάλογα με τον κλάδο, το μέγεθος και ακόμη και την ηλικία μιας επιχείρησης, ενώ η εφαρμογή τους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη βαρύτητά τους.
Παρά την πληθώρα μελετών για επιμέρους ρυθμίσεις, υπάρχει περιορισμένη έρευνα για τις σωρευτικές μακροοικονομικές επιπτώσεις τους.
Όπως εξήγησε, μια μεμονωμένη ρύθμιση μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα από μια επιχείρηση, αλλά η συσσώρευση ρυθμίσεων περιορίζει την ευελιξία της – «ένα χαλίκι δεν σταματά το ρεύμα, αλλά πολλά χαλίκια το φράζουν».
Οι παραδοσιακές μέθοδοι μέτρησης, όπως ο αριθμός σελίδων κανονισμών ή οι ώρες συμμόρφωσης βάσει του Paperwork Reduction Act (PRA), δεν αποτυπώνουν το πλήρες κόστος ευκαιρίας, δηλαδή τις παραγωγικές δραστηριότητες ή ακόμη και τις επιχειρήσεις που δεν δημιουργούνται ποτέ λόγω των ρυθμίσεων.
Ωστόσο, σημειώθηκε πρόοδος χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη και την επεξεργασία φυσικής γλώσσας.
Το πρόγραμμα QuantGov του Patrick McLaughlin στο Hoover Institution του Stanford καταγράφει περιορισμούς και υποχρεώσεις ανά κλάδο, ενώ ο Joseph Kalmenovitz χρησιμοποιεί μεθόδους machine learning για να διαχωρίσει κρίσιμες από δευτερεύουσες ρυθμίσεις.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν σημαντική μείωση των κανόνων το 2025.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην πολιτική «one-in-ten-out» της αμερικανικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία καταργούνται δέκα παλαιοί κανονισμοί για κάθε νέο.
Με βάση τον τρέχοντα ρυθμό, ο Stephen I. Miran εκτίμησε ότι έως το 2030 θα έχει καταργηθεί περίπου το 30% των ρυθμιστικών περιορισμών του Code of Federal Regulations.

Ρυθμίσεις, παραγωγικότητα και ανταγωνισμός

Οι ρυθμίσεις, όπως υποστήριξε, μπορεί να έχουν πολύ βαρύτερες συνέπειες από τους φόρους, καθώς συχνά λειτουργούν ως πλήρεις απαγορεύσεις – ως «άπειροι φόροι».
Περιορισμοί που εμποδίζουν τη χωρική συγκέντρωση επιχειρήσεων (agglomeration) μπορούν να καταστήσουν μη βιώσιμα ολόκληρα οικοσυστήματα εφοδιαστικής αλυσίδας.
Επιπλέον, τέτοιες ρυθμίσεις ενθαρρύνουν τη μεταφορά παραγωγής από τομείς υψηλής παραγωγικότητας σε λιγότερο ρυθμιζόμενες χώρες, όπως η Κίνα.
Η έρευνα έχει κινηθεί σε δύο βασικές κατευθύνσεις: τη μελέτη των επιπτώσεων των ρυθμίσεων στη συνολική παραγωγικότητα (TFP) και την ανάλυση του ρόλου τους ως εμποδίων εισόδου που αυξάνουν τα περιθώρια κέρδους (markups).
Τα αυξημένα σταθερά κόστη συμμόρφωσης αποθαρρύνουν νέες επιχειρήσεις, μειώνουν τον ανταγωνισμό, περιορίζουν την καινοτομία και οδηγούν σε χαμηλότερη παραγωγικότητα, με ορατές κοινωνικές συνέπειες.

Επιπτώσεις στη νομισματική πολιτική

Σύμφωνα με τον Stephen I. Miran, η αύξηση της ρυθμιστικής επιβάρυνσης μειώνει την παραγωγικότητα και ασκεί ανοδική πίεση στις τιμές, ενώ η απορρύθμιση έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Έρευνα των Dustin Chambers, Courtney A. Collins και Alan Krause δείχνει ότι αύξηση 1% στις ομοσπονδιακές ρυθμίσεις στις ΗΠΑ συνδέεται με άνοδο περίπου 10 μονάδων βάσης στις τιμές καταναλωτή σε έναν κλάδο βραχυπρόθεσμα. Σε βάθος χρόνου, οι επιπτώσεις είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερες.
Ο Stephen I. Miran εκτίμησε ότι η προβλεπόμενη μείωση της γραφειοκρατίας θα μπορούσε να μειώσει σωρευτικά το επίπεδο τιμών κατά περίπου 3% έως το 2030. Αυτό στηρίζει την ανάγκη για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική.
Αν η απορρύθμιση αυξάνει το δυνητικό προϊόν ταχύτερα από το πραγματικό, τότε το κατάλληλο εργαλείο είναι η μείωση των επιτοκίων, αν και ενδέχεται ταυτόχρονα να αυξηθεί το «ουδέτερο» επιτόκιο λόγω υψηλότερης οριακής απόδοσης του κεφαλαίου.
Τέλος, επικαλούμενος το έργο των Gauti Eggertsson, Andrea Ferrero και Andrea Raffo, υπογράμμισε ότι αν η νομισματική πολιτική αγνοήσει τις αποπληθωριστικές επιδράσεις της απορρύθμισης, μπορεί να προκαλέσει αχρείαστη ύφεση.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η εξαιρετικά χαλαρή πολιτική της ΕΚΤ ήταν καθοριστική για την επιτυχία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Καταλήγοντας, ο Stephen I. Miran τόνισε ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες οφείλουν να παρακολουθούν στενά τις επιπτώσεις της ρύθμισης και της απορρύθμισης στην παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Όπως ανέφερε, τόσο η Ελλάδα όσο και η ΕΚΤ έχουν δείξει τον δρόμο, σημειώνοντας ότι έχει ήδη θέσει αυτά τα ζητήματα στους συναδέλφους του στην Federal Open Market Committee και σκοπεύει να συνεχίσει να το πράττει.

Νίκος Μπαρτζελιώτης
www.bankingnews.gr



Source link

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων