Eurobank: Η οικονομία ανέκτησε το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία αναφορικά με τους εθνικούς λογαριασμούς και την αγορά εργασίας για το έτος 2025 σχολιάζει η Eurobank μέσα από το 7 Ημέρες Οικονομία.
Το κεντρικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης, ωστόσο, οι χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της εξακολουθούν να χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης. Οι συνεχιζόμενες διεθνείς διαταραχές καθιστούν αναγκαία την εγρήγορση στα πεδία της αποτελεσματικής χρήσης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας στο νέο, αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε το 2025
Η ανακοίνωση των εθνικών λογαριασμών για το δ’ τρίμηνο του 2025 επιβεβαίωσε τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας που είχαν ήδη προδιαγράψει οι δημοσιευθέντες δείκτες προσδοκιών και οικονομικής δραστηριότητας το προηγούμενο διάστημα. Αναλυτικά, ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις παγίων, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές αγαθών, επιταχύνθηκε στο 0,8% σε τριμηνιαία βάση και στο 2,4% σε ετήσια βάση (έναντι 0,2% και 1,2% στην Ευρωζώνη), από 0,7% και 2,1% αντίστοιχα το γ’ τρίμηνο του 2025. Επιπρόσθετα, διαμορφώθηκε σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τη μέση εκτίμηση της αγοράς, σύμφωνα με την οποία ο τριμηνιαίος ρυθμός μεγέθυνσης για το δ’ τρίμηνο του 2025 εκτιμούνταν στο 0,6% και ο αντίστοιχος ετήσιος στο 2,0%. Τέλος, όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 1.1, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το δ’ τρίμηνο του 2025 υπερέβη τα προ πανδημίας επίπεδα κατά 12,2%, έναντι 6,8% στην Ευρωζώνη.
Για το σύνολο του έτους 2025, η ανάπτυξη στην Ελλάδα διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα με εκείνα των ετών 2024 και 2023, ήτοι στο 2,1%, καταγράφοντας υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης. Υπό το πρίσμα της ζήτησης, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας το 2025 βασίστηκε στην άνοδο των επενδύσεων παγίων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών, ενώ υπό το πρίσμα της προσφοράς βασίστηκε στην ενίσχυση της παραγωγής των κλάδων της βιομηχανίας, των κατασκευών και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.


Μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 — εξαιρουμένων των οικονομιών της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου — η Μάλτα κατέγραψε τον υψηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης το 2025 (4,0%). Ακολούθησαν η Κύπρος (3,8%), η Πολωνία (3,6%), η Κροατία (3,2%), η Βουλγαρία (3,1%), η Δανία (2,9%), η Λιθουανία (2,9%), η Ισπανία (2,8%), η Τσεχία (2,5%), η Λετονία (2,1%), η Ελλάδα (2,1%), η Πορτογαλία (1,9%), η Ολλανδία (1,9%), η Σουηδία (1,5%), η Σλοβενία (1,1%), το Βέλγιο (1,0%), η Γαλλία (0,8%), η Σλοβακία (0,8%), η Ρουμανία (0,7%), η Αυστρία (0,6%), η Εσθονία (0,6%), η Ιταλία (0,5%), η Ουγγαρία (0,4%), η Γερμανία (0,2%) και η Φινλανδία (0,2%). Τέλος, ο ρυθμός μεγέθυνσης στην ΕΕ-27 διαμορφώθηκε στο 1,5% και στην Ευρωζώνη στο 1,4%.
Η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει των 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους (σε όρους πραγματικού ΑΕΠ). Απαιτείται ενίσχυση της παραγωγικότητας για να διατηρηθεί η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική
Αναντίρρητα, τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνική οικονομία μεγεθύνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Παρά ταύτα, όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2, το πραγματικό ΑΕΠ υπολείπεται κατά 13,9% σε σύγκριση με την κορυφή του 2008 (-27,0% το 2013, στον πυθμένα της κρίσης χρέους). Ως εκ τούτου, η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει το 48,7% του απολεσθέντος πραγματικού ΑΕΠ την πενταετία 2009-2013.
Διαχωρίζοντας τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης στις συνιστώσες της παραγωγικότητας της εργασίας, του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού συμμετοχής και του πληθυσμού, εξάγουμε το παρακάτω συμπέρασμα: η απόκλιση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα αντανακλάται κατά 59,4% στην αντίστοιχη απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας, κατά 31,5% του πληθυσμού, κατά 8,1% του ποσοστού απασχόλησης και κατά 1,0% του ποσοστού συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό. Συνεπώς, η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας καθίσταται πολύ σημαντικός παράγοντας για να διατηρηθεί η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας και τα επόμενα χρόνια.
Η ελληνική αγορά εργασίας συνεχίζει να βελτιώνεται το 2025
Η ελληνική αγορά εργασίας εμφάνισε περαιτέρω βελτίωση κατά τη διάρκεια του 2025, παρά τις αβεβαιότητες που δημιουργούν οι διεθνείς εξελίξεις. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση, με έντονη συμμετοχή των υπηρεσιών, της βιομηχανίας και των κατασκευών. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 9,5%, καταγράφοντας τη χαμηλότερη τιμή από το 2008.
Παράλληλα, ενισχύθηκε η μακροχρόνια απασχόληση, ενώ μειώθηκε σημαντικά η ανεργία των νέων (18-29 ετών), από 22,1% το 2024 σε 19,7% το 2025. Η θετική αυτή εξέλιξη αντανακλάται επίσης στη διεύρυνση των ευκαιριών απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα στους τομείς της τεχνολογίας, των ενεργειακών υποδομών και της τουριστικής βιομηχανίας.
Συνιστώσες της ανάπτυξης – Κατανάλωση, Επενδύσεις και Εξαγωγές
Η ιδιωτική κατανάλωση συνέβαλε κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2025, έναντι 0,7 μονάδων το 2024, υποστηριζόμενη από τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, την υποχώρηση της ανεργίας και την σταθεροποίηση του πληθωρισμού.
Οι επενδύσεις παγίων συνέβαλαν κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, με ιδιαίτερη ανάπτυξη σε μηχανήματα και τεχνολογικό εξοπλισμό, καθώς και σε κατασκευαστικά έργα υποδομής.
Τέλος, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών συνεισέφεραν κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, με αυξημένη ζήτηση από τις αγορές της ΕΕ, αλλά και αναπτυξιακή δυναμική στον τουρισμό και τις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Δημοσιονομική εικόνα και μέτρα για τη σταθερότητα
Η δημοσιονομική πολιτική παρέμεινε σταθερή και συνετή το 2025, με έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη στήριξη των παραγωγικών επενδύσεων. Το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε στο 1,2% του ΑΕΠ, ενώ η δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων στήριξης για τις ευάλωτες ομάδες διατηρήθηκε υπό έλεγχο.
Η διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) συνεχίζει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο, με στρατηγικές επενδύσεις στην ψηφιοποίηση, την πράσινη ενέργεια και την εκπαίδευση-κατάρτιση. Αυτά τα μέτρα ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και υποστηρίζουν την αναπτυξιακή δυναμική για τα επόμενα έτη.
Δείτε το 7 Ημέρες Οικονομία της Eurobank
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




