Eurobank Research: Μειώνεται η ανεργία, αλλά όχι το πρόβλημα: Οι κλάδοι που «διψούν» για δεξιότητες
Eurobank Research: Η «αποτελεσματική ανεργία» αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας
Η πτώση της ανεργίας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι αναμφισβήτητη και καταγράφεται πλέον ως μία από τις πιο σταθερές θετικές μεταβολές της οικονομίας. Όμως οι αριθμοί, όσο ενθαρρυντικοί κι αν είναι, δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια. Γιατί μια αγορά εργασίας δεν κρίνεται μόνο από το ποσοστό ανεργίας, αλλά από το κατά πόσο λειτουργεί «αποτελεσματικά», δηλαδή αν μεταφράζει σωστά τη διαθέσιμη εργασία σε πραγματική παραγωγή, με χαμηλές απώλειες πόρων.
Ακριβώς αυτή την πιο σύνθετη, αλλά πολύ πιο αποκαλυπτική διάσταση επιχειρεί να φωτίσει η νέα ανάλυση της Eurobank Research, η οποία εφαρμόζει στην ελληνική οικονομία τη μεθοδολογία των Michaillat & Saez (2022). Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί, η χαλαρότητα έχει περιοριστεί αισθητά, ωστόσο η Ελλάδα δεν έχει περάσει ακόμη σε καθεστώς αποτελεσματικής πλήρους απασχόλησης, παρά τη μείωση της ανεργίας.
Η νέα οπτική: Γιατί η ανεργία από μόνη της δεν αρκεί
Στη δημόσια συζήτηση η ανεργία αντιμετωπίζεται συνήθως ως ένας μονοδιάστατος δείκτης. Ωστόσο, η Eurobank Research επισημαίνει ότι το πραγματικό οικονομικό κόστος της ανεργίας έχει δύο όψεις.
Η πρώτη είναι προφανής: όταν άνθρωποι μένουν εκτός απασχόλησης, η οικονομία χάνει προϊόν. Η δεύτερη όμως είναι λιγότερο ορατή και αφορά το «κόστος αντιστοίχισης», δηλαδή τους πόρους που δαπανώνται για να καλυφθούν οι κενές θέσεις εργασίας. Η διαδικασία εύρεσης και τοποθέτησης εργαζομένων δεν είναι άμεση παραγωγική δραστηριότητα και, όταν γίνεται δύσκολη ή αναποτελεσματική, διογκώνει τη συνολική σπατάλη πόρων.
Αυτός είναι και ο πυρήνας της μεθοδολογίας Michaillat & Saez: η κοινωνικά επιθυμητή κατάσταση δεν είναι απλώς «χαμηλή ανεργία», αλλά η ελαχιστοποίηση του αθροίσματος ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, με βάση τους περιορισμούς που θέτει η αγορά (καμπύλη Beveridge).
Τι είναι το «αποτελεσματικό ποσοστό ανεργίας» και γιατί αλλάζει το αφήγημα
Η ανάλυση εισάγει την έννοια της «αποτελεσματικής ανεργίας» (u*), η οποία δεν ταυτίζεται με την πραγματική ανεργία. Αντιθέτως, αποτελεί ένα επίπεδο ανεργίας που θεωρείται κοινωνικά βέλτιστο, επειδή ελαχιστοποιεί τη μη παραγωγική χρήση της εργασίας.
Στη συγκεκριμένη εφαρμογή, το u* υπολογίζεται ως γεωμετρικός μέσος του ποσοστού ανεργίας και του ποσοστού κενών θέσεων εργασίας, με τον τύπο: u* = √(u*v).
Εάν το πραγματικό ποσοστό ανεργίας είναι υψηλότερο από το u*, τότε η αγορά είναι «χαλαρή» (slack). Αν είναι χαμηλότερο, τότε γίνεται «σφιχτή» (tight). Και μόνο όταν οι δύο τιμές συγκλίνουν, μπορούμε να μιλάμε για αποτελεσματική αγορά εργασίας – δηλαδή πλήρη απασχόληση με λειτουργικό τρόπο, όχι απλώς στατιστικά.
Τα ευρήματα για την Ελλάδα: Η χαλαρότητα μειώθηκε, αλλά παραμένει
Η Eurobank Research αξιοποίησε στοιχεία Eurostat για ανεργία και κενές θέσεις εργασίας από το α’ τρίμηνο 2009 έως το γ’ τρίμηνο 2025, καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο της οικονομίας (κλάδοι Β-Σ).
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι στην Ελλάδα το «χάσμα ανεργίας» – δηλαδή η διαφορά (u – u*) – είναι θετικό σε όλη την περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν η ανεργία υποχώρησε, η αγορά εργασίας παρέμεινε λειτουργικά χαλαρή και όχι πλήρως αποτελεσματική.
Η εικόνα βελτιώνεται αισθητά μετά το 2020, όταν το χάσμα συρρικνώνεται σημαντικά, υποδηλώνοντας ότι η ελληνική αγορά πλησιάζει σε σημείο μεγαλύτερης ισορροπίας. Ωστόσο, η απόσταση από την «αποτελεσματικότητα» δεν έχει ακόμη μηδενιστεί.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έκθεσης, το μέσο ποσοστό αποτελεσματικής ανεργίας την εξεταζόμενη περίοδο διαμορφώθηκε στο 3,8%, με διακυμάνσεις από 1,7% έως 6,1%. Σε απλά λόγια, η ελληνική οικονομία κινείται προς ένα επίπεδο όπου η ανεργία θα μπορούσε να θεωρηθεί «φυσιολογικά κοινωνικά αποδεκτή» με βάση τη λειτουργία της αγοράς, όμως απέχει ακόμη από το να το πετύχει σταθερά.
Η «παγίδα» των κενών θέσεων: Όταν η ανεργία συνυπάρχει με έλλειψη εργαζομένων
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της ανάλυσης είναι η επισήμανση ότι, παρότι η συνολική αγορά παραμένει χαλαρή, σε επιμέρους κλάδους εμφανίζεται το αντίθετο φαινόμενο: σφιχτότητα. Δηλαδή επιχειρήσεις που έχουν θέσεις, αλλά δυσκολεύονται να τις καλύψουν.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι δομικό πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Και οφείλεται σε αναντιστοιχία δεξιοτήτων: το εργατικό δυναμικό δεν διαθέτει πάντα το μίγμα γνώσεων και εμπειρίας που ζητά η πραγματική οικονομία.
Το φαινόμενο εμφανίζεται εντονότερα σε κλάδους με στρατηγική σημασία για βιώσιμη ανάπτυξη, όπως η μεταποίηση, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός και οι κατασκευές. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η Ελλάδα μπορεί να μειώνει την ανεργία, αλλά να χάνει παραγωγικότητα και επενδυτική δυναμική, επειδή η αγορά δεν «ταιριάζει» σωστά ανθρώπους και θέσεις.
Η επιβράδυνση στη μείωση της ανεργίας και το νέο στοίχημα συμμετοχής
Η ανάλυση καταγράφει ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται, όμως ο ετήσιος ρυθμός συρρίκνωσης έχει επιβραδυνθεί. Με άλλα λόγια, όσο πλησιάζουμε σε χαμηλότερα ποσοστά, τόσο δυσκολότερη γίνεται η περαιτέρω αποκλιμάκωση.
Η Eurobank Research τονίζει ότι η μετάβαση σε πραγματική πλήρη απασχόληση απαιτεί πλέον κάτι περισσότερο από ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων. Απαιτεί διεύρυνση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, δηλαδή να «μπουν στο παιχνίδι» περισσότεροι άνθρωποι.
Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα έντονη σε ομάδες που πλήττονται δυσανάλογα: νέοι, γυναίκες, μακροχρόνια άνεργοι και άτομα με αναπηρία. Ειδικά για τους νέους (15-24 ετών) και τις γυναίκες (15-74 ετών), τα ποσοστά συμμετοχής στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και συγκαταλέγονται στα χαμηλότερα της Ένωσης. Παρόμοια εικόνα υπάρχει και στη μακροχρόνια ανεργία, όπου η Ελλάδα κινείται σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το policy μήνυμα: Δεξιότητες, κατάρτιση και σύνδεση εκπαίδευσης-αγοράς
Το συμπέρασμα της μελέτης δεν περιορίζεται στη διάγνωση. Με σαφήνεια υποδεικνύει τη διαδρομή πολιτικής που απαιτείται για να κλείσει το χάσμα αποτελεσματικής ανεργίας: στοχευμένες παρεμβάσεις σε κατάρτιση, δια βίου μάθηση και σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων.
Το μήνυμα είναι ότι η ανεργία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως στατιστικός δείκτης, αλλά ως ζήτημα οικονομικής λειτουργικότητας. Και αυτή η λειτουργικότητα θα κριθεί από το εάν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει την πτώση της ανεργίας σε αναβάθμιση παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και αντοχής της οικονομίας στις διαρθρωτικές αλλαγές.
Αναλυτικά η Οικονομική Ανάλυση της Eurobank Research
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.



