HSBC προειδοποιεί: Η Ελλάδα αναβαθμίζεται, αλλά ίσως γίνει… πολύ μικρή για τα global funds
Η HSBC αναλύει τι σημαίνει η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά: MSCI, FTSE και STOXX αλλάζουν το παιχνίδι
Η συζήτηση για την πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας «καλής είδησης» που γράφει ωραία στους τίτλους. Για την αγορά όμως, το πραγματικό στοίχημα δεν βρίσκεται στην ονομασία της κατηγορίας, αλλά στον λογαριασμό των ροών: ποιοι επενδυτές θα αναγκαστούν να πουλήσουν, ποιοι θα αγοράσουν μηχανικά και κυρίως ποιοι θα κρίνουν ότι η Ελλάδα είναι πλέον πολύ μικρή για να αξίζει ουσιαστική θέση.
Αυτό ακριβώς το σημείο φωτίζει η HSBC στη στρατηγική της για τις αναδυόμενες αγορές, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από τη «θεωρία των upgrades» στη σκληρή πραγματικότητα του positioning και των δεικτών. Η τράπεζα αντιμετωπίζει το σενάριο αναβάθμισης όχι ως μοχλό αυτόματης ανατίμησης, αλλά ως μια σύνθετη μετάβαση που μπορεί να δημιουργήσει τόσο εισροές όσο και εκροές, σε χρονικό συγχρονισμό που μπορεί τελικά να εξουδετερώσει το καθαρό αποτέλεσμα.
Το «γρήγορο» χρονοδιάγραμμα της MSCI αιφνιδιάζει την αγορά
Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η κίνηση της MSCI να ξεκινήσει διαβούλευση για την αναταξινόμηση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά. Το στοιχείο που ξεχωρίζει, σύμφωνα με την HSBC, είναι η ταχύτητα: το σενάριο προβλέπει πιθανή εφαρμογή ακόμη και από τον Αύγουστο του 2026, με τελική απόφαση να αναμένεται στις 31 Μαρτίου.
Η αγορά δεν αιφνιδιάζεται μόνο από το περιεχόμενο αλλά και από το timing, καθώς ιστορικά ο MSCI ακολουθεί μεγαλύτερα μεταβατικά διαστήματα μεταξύ απόφασης και εφαρμογής, ώστε οι διαχειριστές να προσαρμόζουν σταδιακά τα χαρτοφυλάκιά τους. Αν το χρονοδιάγραμμα παραμείνει τόσο συμπιεσμένο, ο κίνδυνος για βίαιες κινήσεις προσαρμογής αυξάνεται.
Παθητικές ροές: Το καθαρό ισοζύγιο μπορεί να μην είναι θετικό
Η αναβάθμιση σε ανεπτυγμένη αγορά ενεργοποιεί αυτόματα μια σειρά από «μηχανισμούς» στους δείκτες. Τα παθητικά κεφάλαια που παρακολουθούν τον δείκτη MSCI Emerging Markets θα υποχρεωθούν να πουλήσουν ελληνικές μετοχές, ενώ εκείνα που ακολουθούν δείκτες αναπτυγμένων αγορών θα πρέπει να αγοράσουν.
Ωστόσο, όπως τονίζει η HSBC, αυτή η εναλλαγή δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε θετικό ισοζύγιο. Ο λόγος είναι καθαρά αριθμητικός: η Ελλάδα έχει σήμερα σημαντικότερο ειδικό βάρος στους δείκτες αναδυόμενων αγορών απ’ ό,τι θα έχει στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δημιουργηθεί «αγοραστική» υποχρέωση από funds ανεπτυγμένων αγορών, μπορεί να είναι μικρότερη από τη «πωλητική» υποχρέωση των funds αναδυόμενων.
Την ίδια στιγμή, το σύμπαν των επιλέξιμων μετοχών μπορεί να συρρικνωθεί. Η HSBC εκτιμά ότι οι μετοχές που θα πληρούν τα κριτήρια ενδέχεται να μειωθούν περίπου στις πέντε από τις οκτώ που σήμερα θεωρούνται επιλέξιμες στο πλαίσιο της κατηγορίας αναδυόμενων. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά όχι μόνο θα «μικρύνει» ως βάρος, αλλά θα «στενέψει» και ως εύρος.
Όταν όλοι αλλάζουν δείκτες μαζί, το αποτέλεσμα γίνεται θολό
Η εικόνα περιπλέκεται περισσότερο επειδή η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο στο ραντάρ της MSCI. Οι ταυτόχρονες κινήσεις και άλλων παρόχων δεικτών κάνουν τη μετάβαση πολύ πιο δύσκολη να αποτιμηθεί.
Ο FTSE/Russell έχει ήδη ανακοινώσει αναβάθμιση της Ελλάδας, ενώ η STOXX –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται η HSBC– ενδέχεται να ακολουθήσει, ανοίγοντας δρόμο για ένταξη ελληνικών μετοχών σε μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς δείκτες. Από αυτή την πλευρά, το αφήγημα γίνεται πιο ελκυστικό, καθώς η ένταξη σε STOXX δείκτες θα μπορούσε να κινητοποιήσει εισροές της τάξης έως περίπου 1 δισ. δολαρίων.
Το πρόβλημα όμως είναι ο συγχρονισμός. Εάν οι αλλαγές από MSCI, FTSE/Russell και STOXX «πέσουν» σε κοντινές ημερομηνίες, οι εισροές από έναν πάροχο μπορεί να εξουδετερωθούν από εκροές άλλου. Για την αγορά, αυτό σημαίνει ότι η αναβάθμιση μπορεί να γίνει ένα γεγονός υψηλής δημοσιότητας, με σχετικά περιορισμένη καθαρή οικονομική επίδραση.
Goldman Sachs για MSCI: Ανακατατάξεις στις μετοχές, αλλά όχι «σοκ» στις ροές
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η ανάγνωση που αποδίδεται στη Goldman Sachs για τις αλλαγές στον MSCI. Η εικόνα που σκιαγραφείται είναι πως, ακόμη και αν υπάρξουν σημαντικές ανακατατάξεις σε επίπεδο μετοχών, η καθαρή επίδραση στις ροές ενδέχεται να παραμείνει περιορισμένη. Η αγορά μπορεί να δει «θόρυβο» σε επιμέρους τίτλους, χωρίς όμως ο συνολικός δείκτης εισροών/εκροών να αποτυπώσει πραγματικό καταλύτη.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι τα passive funds, αλλά οι active managers
Η HSBC, ωστόσο, δίνει το βάρος όχι στις παθητικές ροές, αλλά στους ενεργούς διαχειριστές. Εκεί εντοπίζει και το μεγαλύτερο στρατηγικό ρίσκο για την Ελλάδα.
Η ανησυχία είναι διπλή. Από τη μία, οι διαχειριστές αναδυόμενων αγορών –που σήμερα αποτελούν κρίσιμη δεξαμενή επενδυτών για το Χ.Α.– θα είναι υποχρεωμένοι να μειώσουν ή να μηδενίσουν την έκθεση, όταν η Ελλάδα πάψει να αποτελεί «eligible» αγορά στο σχετικό σύμπαν. Από την άλλη, οι διαχειριστές ανεπτυγμένων αγορών μπορεί να μην «γεμίσουν» το κενό, όχι επειδή αμφισβητούν την ιστορία της χώρας, αλλά επειδή η ελληνική αγορά θα είναι για αυτούς οριακά μικρή για να δικαιολογήσει ουσιαστικές τοποθετήσεις.
Το positioning αποτυπώνει καθαρά αυτή την ασυμμετρία. Περίπου το 60% των κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών έχει σήμερα έκθεση στην Ελλάδα, ενώ μόλις το 7% των παγκόσμιων κεφαλαίων διατηρεί θέσεις. Στις ελληνικές τράπεζες ειδικότερα, το ποσοστό πέφτει ακόμη χαμηλότερα, περίπου στο 5%.
Μετά την αναβάθμιση, η Ελλάδα θα καταταχθεί ανάμεσα στις μικρότερες ευρωπαϊκές αγορές του σύμπαντος των ανεπτυγμένων, με περιορισμένο ειδικό βάρος στους βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες. Αυτό μετατρέπει τη μετάβαση σε ένα είδος «παγίδας μεγέθους»: ενώ αναβαθμίζεται ποιοτικά, κινδυνεύει να υποβαθμιστεί επενδυτικά ως προτεραιότητα.
Τράπεζες: Ισχυρά θεμελιώδη, δύσκολος χρονισμός
Η HSBC αναγνωρίζει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών τραπεζών παραμένουν ισχυρά, στοιχείο που, σε μια κανονική συγκυρία, θα μπορούσε να στηρίξει ένα καθαρά θετικό αφήγημα εισροών. Όμως ο χρονισμός της αναβάθμισης χαρακτηρίζεται δύσκολος: έρχεται μετά από έντονη άνοδο των ευρωπαϊκών τραπεζικών μετοχών, εξέλιξη που έχει ήδη περιορίσει το σχετικό περιθώριο αποτίμησης.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα μπορεί να αναβαθμιστεί ακριβώς τη στιγμή που η «εύκολη» αποτίμηση έχει χαθεί και οι επενδυτές αναζητούν μεγαλύτερες αγορές με μεγαλύτερη ρευστότητα για να τοποθετήσουν κεφάλαια. Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβάθμιση δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργήσει ως καταλύτης νέων κεφαλαίων, αλλά ενδέχεται να εξελιχθεί σε γεγονός υψηλού συμβολισμού και μέτριας επενδυτικής επίδρασης.
Αναβάθμιση-τίτλος ή αναβάθμιση-καταλύτης;
Η HSBC ουσιαστικά υπενθυμίζει στην αγορά ότι το upgrade δεν είναι «μαγικό κουμπί». Η μετάβαση στους δείκτες μπορεί να επιφέρει ισχυρές κινήσεις ανά μετοχή και έντονο trading γύρω από ημερομηνίες αναταξινόμησης, αλλά το τελικό πρόσημο για το Χρηματιστήριο Αθηνών θα κριθεί από το εάν οι ενεργοί επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών θα θελήσουν να μπουν ουσιαστικά σε μια αγορά μικρού μεγέθους.
Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η αναβάθμιση μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα διαρθρωτικού καταλύτη. Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε το σενάριο που περιγράφεται από την HSBC είναι πιο πιθανό: μεταβατικό σοκ εκροών, περιορισμένες καθαρές εισροές και μια Ελλάδα που θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ανεπτυγμένη αγορά όχι μόνο τυπικά, αλλά και επενδυτικά.
Διαβάστε επίσης: Αναβάθμιση ή αναμονή; Το μεγάλο στοίχημα της Ελλάδας στους δείκτες MSCI
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




