Αλαλούμ μετά τις νέες ανακοινώσεις Τραμπ για τους δασμούς

financialreport.gr


Έξι μήνες μετά τη σύναψη της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες —μιας συμφωνίας που επιτεύχθηκε έπειτα από επίπονες και πολύμηνες διαπραγματεύσεις— οι Βρυξέλλες βρίσκονται και πάλι αντιμέτωπες με ένα νέο κύμα αβεβαιότητας γύρω από το καθεστώς των αμερικανικών δασμών.

Το περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί ως σχετικά σταθερό μετά τον περσινό συμβιβασμό δείχνει πλέον να κλονίζεται, δημιουργώντας ερωτήματα για τη διάρκεια και τη νομική θωράκιση των συμφωνηθέντων.

Η αφορμή για τη νέα αυτή αστάθεια ήταν η απόφαση του Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να ακυρώσει το σύνολο των ανταποδοτικών δασμών που είχε επιβάλει μονομερώς, μέσω προεδρικών διαταγμάτων, ο Ντόναλντ Τραμπ. Οι δασμοί αυτοί είχαν θεμελιωθεί νομικά στον νόμο του 1977 περί διεθνών οικονομικών εξουσιών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (IEEPA). Με την ακύρωσή τους, το δικαστήριο ουσιαστικά αποδυνάμωσε το συγκεκριμένο νομικό εργαλείο ως βάση για τη δασμολογική πολιτική, ανατρέποντας τις ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί.

Η αντίδραση της αμερικανικής κυβέρνησης υπήρξε άμεση. Μέσω ανακοίνωσης στον ιστότοπο του Λευκός Οίκος, ξεκαθαρίστηκε ότι η Ουάσινγκτον προτίθεται να αξιοποιήσει άλλες νομικές διατάξεις προκειμένου να διατηρήσει ή να επαναφέρει μέτρα προστατευτισμού. Παράλληλα, διαβεβαιώθηκε ότι οι εμπορικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την ΕΕ, αλλά και με χώρες όπως η Βρετανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, εξακολουθούν να ισχύουν και ότι αναμένεται από τους εταίρους να τις τηρήσουν. Ωστόσο, η αλλαγή του νομικού πλαισίου έχει δημιουργήσει ένα γκρίζο πεδίο, με αποτέλεσμα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσει την αναστολή της διαδικασίας επικύρωσης της συμφωνίας έως ότου αποσαφηνιστεί το νέο τοπίο.

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι εναλλακτικές επιλογές που διαθέτει η αμερικανική πλευρά για την επιβολή δασμών συνιστούν ένα σύνθετο νομικό και πολιτικό παζλ. Βασική επιδίωξη των Βρυξελλών είναι να διασφαλίσουν ότι δεν θα μεταβληθούν επί τα χείρω οι όροι της συμφωνίας του περασμένου Αυγούστου —γνωστής και ως συμφωνίας του Τέρνμπερι— πάνω στους οποίους έχουν ήδη προσαρμοστεί οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, σχεδιάζοντας τις εξαγωγικές και επενδυτικές τους στρατηγικές.

Ήδη από την περασμένη Τρίτη έχει αλλάξει το καθεστώς για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ. Ο προβλεπόμενος συντελεστής 15% που ίσχυε για την πλειονότητα των προϊόντων στο πλαίσιο της συμφωνίας του Τέρνμπερι δεν εφαρμόζεται πλέον. Αντικαταστάθηκε από έναν οριζόντιο δασμό 10%, ο οποίος επιβλήθηκε βάσει του νόμου περί εμπορίου του 1974 και ειδικότερα του άρθρου 122. Η διάταξη αυτή επιτρέπει την προσωρινή επιβολή δασμών έως και για 150 ημέρες, εφόσον διαπιστώνονται σοβαρές ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών. Οποιαδήποτε παράταση πέραν του πενταμήνου προϋποθέτει την έγκριση του Κογκρέσου.

Στον νέο αυτό συντελεστή 10% προστίθενται, ωστόσο, και οι προϋφιστάμενοι δασμοί που ίσχυαν πριν από τη διμερή συμφωνία και οι οποίοι διαφέρουν ανά προϊόν, κυμαινόμενοι κατά μέσο όρο μεταξύ 3% και 4%. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις η συνολική επιβάρυνση ενδέχεται να είναι ελαφρώς χαμηλότερη από εκείνη του τελευταίου εξαμήνου, ενώ σε άλλες να αποδειχθεί υψηλότερη. Επιπλέον, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Τραμπ να αυξήσει τον ενιαίο συντελεστή στο 15%, που αποτελεί το ανώτατο όριο βάσει του άρθρου 122. Μια τέτοια κίνηση θα επιβάρυνε σημαντικά την πλειονότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ο Αμερικανός εκπρόσωπος για το εμπόριο, Τζέιμσον Γκριρ, διευκρίνισε πάντως ότι ο συντελεστής 15% προορίζεται για συγκεκριμένες χώρες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα εφαρμοστεί σε όσες έχουν συνάψει εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ.

Παρά ταύτα, ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπάρχουν νομικές δυσκολίες στη διαμόρφωση του σχετικού προεδρικού διατάγματος, το οποίο πρέπει να είναι επαρκώς θωρακισμένο ώστε να μην προσβληθεί δικαστικά. Το ερώτημα, επομένως, είναι αν θα βρεθεί μια νομική φόρμουλα που θα διατηρήσει —έστω εν μέρει— το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι εκείνων χωρών που δεν διαθέτουν διμερή συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Η αβεβαιότητα δεν περιορίζεται στο άμεσο καθεστώς. Το προσωρινό μέτρο των 150 ημερών θεωρείται απίθανο να παραταθεί, καθώς στο Κογκρέσο διατυπώνονται αντιρρήσεις όχι μόνο από τους Δημοκρατικούς αλλά και από σημαντικό αριθμό Ρεπουμπλικανών. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να ζητήσει σχετική έγκριση, αλλά θα αναζητήσει άλλες νομικές βάσεις για πιο μακροχρόνια επιβολή δασμών, με διαφορετική αιτιολόγηση.

Οι βασικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του είναι δύο. Πρώτον, μπορεί να επεκτείνει την επιβολή κλαδικών δασμών —όπως έχει ήδη πράξει για τον χάλυβα, το αλουμίνιο και τα αυτοκίνητα— αξιοποιώντας το άρθρο 232 του Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου του 1962, που επιτρέπει μέτρα για λόγους εθνικής ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, ενδέχεται να στοχοποιηθούν και άλλα σημαντικά για την ΕΕ προϊόντα, όπως τα μηχανήματα. Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι θα τηρηθεί το πνεύμα της διμερούς συμφωνίας, το οποίο προέβλεπε αποφυγή νέων δασμών και σταδιακή μείωση των υφιστάμενων. Όσον αφορά τους δασμούς 50% σε χάλυβα και αλουμίνιο, έχουν υπάρξει αναφορές ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τη μείωσή τους, λόγω της αύξησης του κόστους για την ίδια την αμερικανική οικονομία.

Δεύτερον, η Ουάσινγκτον μπορεί να ενεργοποιήσει το άρθρο 301 του νόμου περί εμπορίου του 1974, το οποίο επιτρέπει την επιβολή δασμών ή άλλων περιορισμών σε περιπτώσεις «αδικαιολόγητων ή διακριτικών πρακτικών» από εμπορικούς εταίρους. Με βάση τη διάταξη αυτή έχουν επιβληθεί στο παρελθόν εκτεταμένοι δασμοί κατά της Κίνας. Ο Γκριρ ανέφερε ότι το άρθρο 301 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί έναντι μεγάλων εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, ιδίως σε ζητήματα όπως η τιμολόγηση φαρμάκων, η φορολόγηση ψηφιακών υπηρεσιών ή πρακτικές που θεωρούνται επιβαρυντικές για αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Η Κομισιόν δηλώνει έτοιμη να αντιδράσει και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, προετοιμάζοντας νομική και πολιτική άμυνα απέναντι σε νέες μονομερείς κινήσεις.

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων