Γιάννης Γρατσώνης (BSH): Πώς αλλάζει η αγορά συσκευών στην Ελλάδα
Η αγορά των οικιακών συσκευών στην Ελλάδα αλλάζει χαρακτήρα. Οι μέσες τιμές πιέζονται, νέα brands από την Άπω Ανατολή κερδίζουν χώρο στα καταστήματα, ο καταναλωτής μετρά περισσότερο το κόστος κάθε αγοράς, ενώ οι μεγάλοι παίκτες αναζητούν πλέον ανάπτυξη όχι μόνο μέσα από τη συσκευή, αλλά και μέσα από την τεχνολογία, τη συνδεσιμότητα, την τεχνική υποστήριξη και τις υπηρεσίες που τη συνοδεύουν σε όλο τον κύκλο ζωής της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η BSH Οικιακές Συσκευές Ελλάδος, με τα brands Bosch, Siemens, Pitsos, Neff και Gaggenau, έκλεισε το 2025 με κύκλο εργασιών 178 εκατ. ευρώ, συνεχίζοντας την ανοδική της πορεία, ενώ η διοίκηση εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη και για το 2026. Όπως ανέφερε στη χθεσινή ετήσια ενημερωτική συνάντηση με δημοσιογράφους ο CFO της εταιρείας, κ. Γιώργος Φενδάκης, το πρώτο τετράμηνο της χρονιάς κινείται πάνω από τους στόχους, με την εταιρεία να εκτιμά ότι μπορεί να παραμείνει σε τροχιά ανάπτυξης, εφόσον δεν υπάρξουν μεγάλες αναταράξεις από το διεθνές περιβάλλον.
«Πάει καλά το τετράμηνο. Είμαστε ευχαριστημένοι και πάνω από τους στόχους. Αισιόδοξοι ότι θα έχουμε και φέτος αύξηση πωλήσεων. Αλλά το 2026 δεν εξαρτάται από εμάς. Είναι πολλοί οι παράγοντες που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε. Με βάση τη δουλειά που κάνουμε, η ομάδα είναι δοκιμασμένη σε κρίσεις και θεωρούμε πως είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το οτιδήποτε. Εάν δεν έχουμε εκπλήξεις ή μεγάλες αναταράξεις, θεωρούμε ότι θα παραμείνουμε σε αναπτυξιακή τροχιά», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της BSH Οικιακές Συσκευές, κ. Γιάννης Γρατσώνης, έδωσε το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, υπενθυμίζοντας ότι η εταιρεία έχει περάσει διαδοχικές κρίσεις από το 2010 έως σήμερα. «Από το 2010 ως σήμερα έχουμε περάσει πολλά. Είμαστε εδώ. Και σαν επαγγελματίες και σαν άνθρωποι ξεπεράσαμε προκλήσεις και κρίσεις. Ως εταιρεία έχουμε στρατηγική και σχέδιο και προσπαθούμε να τηρήσουμε την πορεία. Δεν μπορούμε να προβλέπουμε, οπότε αντί να κλαίμε για τις αποφάσεις κάποιου ή τι θα γίνει με τα επιτόκια, τις πρώτες ύλες, τις μεταφορές κ.ο.κ., κάνουμε τα σχέδιά μας και προχωράμε».
Η εικόνα, πάντως, της αγοράς δεν είναι μονοσήμαντα ανοδική. Σύμφωνα με τον κ. Γρατσώνη, η ελληνική αγορά σε επίπεδο τζίρου δεν έχει ουσιαστικά ανέβει, καθώς η μέση τιμή των προϊόντων υποχωρεί. «Η αγορά σε επίπεδο τζίρου δεν έχει ανέβει, έχει πέσει η μέση τιμή προϊόντων. Με εξαίρεση την κατηγορία του στεγνωτηρίου, σε καμία άλλη κατηγορία δεν περιμένουμε ουσιαστική αύξηση τζίρου στην αγορά. Θεωρώ ότι οι μέσες τιμές θα συνεχίσουν να πέφτουν», ανέφερε.

Ανταγωνισμός
Η πίεση αυτή συνδέεται και με την ενίσχυση του ανταγωνισμού. «Η ελληνική αγορά έχει μια δυναμική. Η άνοδος χρόνο με τον χρόνο έχει δημιουργήσει χώρο για περισσότερους ανταγωνιστές να μπουν και να επενδύσουν. Εάν πάτε σε κατάστημα θα δείτε πως έχει διαφοροποιηθεί η εικόνα με brands από την Άπω Ανατολή που προσπαθούν να παγιωθούν στην αγορά», σημείωσε.
Η BSH, όπως εξήγησε, δεν επιδιώκει να ακολουθήσει τη λογική του φθηνότερου προϊόντος. Στο ερώτημα πώς απαντά σε μια αγορά όπου η λογική του «fast fashion» φαίνεται να περνά και στις συσκευές, ο κ. Γρατσώνης ήταν σαφής: «Δεν είμαστε της λογικής ό,τι πιο φθηνό υπάρχει, αλλά ό,τι πιο καλό σε συγκεκριμένο πεδίο τιμών».
Η εταιρεία επιχειρεί να κρατά ελαφρώς υψηλότερες μέσες τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά, αποφεύγοντας να μπει στον ίδιο βαθμό στην ένταση των προσφορών της λιανικής. Όπως είπε ο CEO της BSH, η ανάπτυξη προέρχεται από όλες τις προϊοντικές κατηγορίες, με μια πολιτική που επιτρέπει όταν η αγορά πιέζεται, η εταιρεία να μην υποχωρεί με τον ίδιο ρυθμό.
Σε επίπεδο κατηγοριών, οι κουζίνες, τα στεγνωτήρια και οι σκούπες αποτέλεσαν την αιχμή της ανάπτυξης, ενώ πολύ καλή ήταν η εικόνα και στις μικροσυσκευές. Αντίθετα, υπήρξαν κατηγορίες όπου η στρατηγική επιλογή της εταιρείας επηρέασε τα μερίδια. Στο πλύσιμο πιάτων, η BSH αποχώρησε από τα επιτραπέζια πλυντήρια πιάτων, ενώ στην ψύξη έδωσε μεγαλύτερη έμφαση σε συσκευές προστιθέμενης αξίας, άρα ακριβότερες, σε μια περίοδο που η αγορά στρέφεται περισσότερο προς φθηνότερες λύσεις.

Παρά ταύτα, η εταιρεία εκτιμά ότι το μέσο μερίδιό της στο σύνολο της αγοράς διαμορφώνεται περίπου στο 32%-33%, αν και, όπως σημείωσε ο κ. Γρατσώνης, η BSH δεν αγοράζει στοιχεία GfK και γι’ αυτό δεν δίνει αναλυτική εικόνα μεριδίων ανά κατηγορία.
«Υποσχετική» ανάπτυξης
Η μεγάλη υποσχετική, σύμφωνα με τη διοίκηση, βρίσκεται στα στεγνωτήρια και στα πλυντήρια πιάτων, δύο κατηγορίες όπου η διείσδυση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή. «Αν πρέπει να πω δύο κατηγορίες με υποσχετική για το μέλλον, διότι λείπουν, είναι τα στεγνωτήρια και τα πλυντήρια πιάτων. Εκεί βλέπουμε ότι ο μέσος όρος διείσδυσης είναι χαμηλός», ανέφερε ο κ. Γρατσώνης.
Τα στοιχεία που παρέθεσε είναι ενδεικτικά: στην Ελλάδα πωλούνται ετησίως περίπου 450.000 πλυντήρια ρούχων, 300.000 ψυγεία και μόλις 60.000 στεγνωτήρια. Και αυτό σε μια χώρα με περίπου 4,2 εκατ. κύριες κατοικίες και 7,7 εκατ. κατοικίες μαζί με τα εξοχικά. «Οπότε και δεκάδες χιλιάδες να πουλάει κάθε χρόνο η αγορά, πάλι δεν φθάνουν», σημείωσε.
Για τα στεγνωτήρια, η διοίκηση θεωρεί ότι η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν είναι μόνο ο ήλιος, αλλά και οι πραγματικές συνθήκες καθημερινότητας. «Ναι, στην Ελλάδα υπάρχει ήλιος, υπάρχει όμως η σκόνη από τη Σαχάρα, τα τζάκια τον χειμώνα, υγρασία σε πολλά μέρη της χώρας. Στην Αθήνα δεν το βιώνουμε», ανέφερε, εξηγώντας γιατί η κατηγορία μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται.
Αντίστοιχα, στα πλυντήρια πιάτων, οι ανακαινίσεις και τα μικρότερα σπίτια αλλάζουν τη ζήτηση. Όπως ανέφερε η διοίκηση, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε μεγάλη αγορά για μικρότερα πλυντήρια πιάτων, καθώς στις ανακαινίσεις όλο και περισσότεροι καταναλωτές βάζουν πλυντήριο πιάτων, αλλά συχνά επιλέγουν τα στενότερα μοντέλα των 45 εκατοστών.
Η καταναλωτική συμπεριφορά έχει επίσης αλλάξει. Όπως σημείωσε ο κ. Φενδάκης, η αγορά μιας οικιακής συσκευής δεν είναι πλέον εύκολη και αβίαστη απόφαση. Ο καταναλωτής συγκρίνει περισσότερο, κινείται πιο λελογισμένα και αξιολογεί όχι μόνο την αρχική τιμή, αλλά και το τι θα του προσφέρει η συσκευή σε βάθος χρόνου.
Υπηρεσίες
Σε αυτό το σημείο, η BSH επιχειρεί να διαφοροποιηθεί μέσα από την ποιότητα, τη διάρκεια ζωής και την τεχνική υποστήριξη. Ο κ. Γρατσώνης έφερε ως παράδειγμα το ψυγείο, μια συσκευή που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο και χρησιμοποιείται συνεχώς. Η αντοχή ενός μεντεσέ ή ενός λάστιχου πόρτας δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί στον καταναλωτή τη στιγμή της αγοράς, όμως επηρεάζει καθοριστικά την εμπειρία χρήσης και τη διάρκεια ζωής της συσκευής.
Εδώ εντάσσεται και το μεγάλο στοίχημα των υπηρεσιών. Η BSH δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο after sales service, το οποίο δεν αντιμετωπίζει ως κόστος, αλλά ως στρατηγικό πλεονέκτημα. «Για εμάς η επένδυση στο after sale service δεν είναι κόστος. Ένα μεγάλο κομμάτι των 225 ατόμων είναι στο service. Είναι κάτι στο οποίο επιμένουμε χρόνια. Είμαστε από τις λίγες εταιρείες που δεν το έχουμε δώσει σε τρίτους. Είναι σημαντικό να μπει στο σπίτι συνάδελφος με σήμα BSH για να επισκευάσει το προϊόν», ανέφερε ο κ. Γρατσώνης.
Ο κ. Φενδάκης πρόσθεσε ότι το μεγάλο δίκτυο εξυπηρέτησης δίνει στην εταιρεία ένα πλεονέκτημα που ξεπερνά την τιμή: «Έχουμε το μεγαλύτερο customer service και μας δίνει, ανεξαρτήτως τιμών, πρόσβαση στα νοικοκυριά και έχουμε την αξιοπιστία και εμπιστοσύνη στις δικές μας μάρκες».
Η επόμενη φάση αυτού του μοντέλου περνά μέσα από τις connected συσκευές και την τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία επενδύει σε συσκευές που θα μπορούν να μεταδίδουν δεδομένα χρήσης, να βοηθούν στην πρόβλεψη πιθανών βλαβών και να επιτρέπουν απομακρυσμένη διάγνωση. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, σταδιακά οι συσκευές θα φεύγουν από το εργοστάσιο με «τσιπάκι», ώστε όταν χρειαστεί επισκευή, η εταιρεία να γνωρίζει καλύτερα τη συσκευή και την κατάστασή της.
«Ο καταναλωτής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να βελτιώνεται η εμπειρία χρήσης στην καθημερινότητα. Να μην χρειάζεται PhD για συνδέσεις και χρήση. Όλα αυτά να γίνονται εύκολα», ανέφερε ο κ. Γρατσώνης, εξηγώντας τι σημαίνει πρακτικά η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης στα προϊόντα.
ΑΙ
Η τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τον καταναλωτή. Σύμφωνα με την παρουσίαση, αξιοποιείται στην παραγωγή, στα logistics, στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις εσωτερικές λειτουργίες, ώστε να αυτοματοποιούνται επαναλαμβανόμενες εργασίες, να ενισχύεται η ποιότητα και να μειώνεται το κόστος. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η BSH επένδυσε το 2025 847 εκατ. ευρώ στην Έρευνα και Ανάπτυξη, ποσό που αντιστοιχεί στο 5,6% του κύκλου εργασιών της, ενώ οι συνολικές επενδύσεις ανήλθαν σε 463 εκατ. ευρώ.
Νέα προϊόντα
Στα νέα λανσαρίσματα που παρουσιάστηκαν περιλαμβάνονται στεγνωτήρια με αντλία θερμότητας και εξοικονόμηση ενέργειας έως 77%, το πρώτο συρτάρι ατμού στον κόσμο, που αναμένεται στην ελληνική αγορά τον Ιούνιο με τιμή περίπου 750 ευρώ, νέες πλήρως αυτόματες καφετιέρες espresso με οθόνες αφής, η πρώτη εντοιχισμένη robot σκούπα, καθώς και η λειτουργία Cook AI, με καθοδήγηση, χρονισμό και συντονισμό μεταξύ συσκευών. Στο premium σκέλος, η Gaggenau παρουσίασε λύσεις όπως το Vario Cooling, με πλήρως αυτόματη ρύθμιση θερμοκρασίας κρασιού, αλλά και τη νέα Expressive Series.




Τιμές
Σε επίπεδο κόστους, η διοίκηση ανέφερε ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν βλέπει αυξήσεις τιμών. Ωστόσο, οι αβεβαιότητες παραμένουν. Το πετρέλαιο, οι πρώτες ύλες, οι μεταφορές, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και τα chips μπορούν να επηρεάσουν την εικόνα. Ειδικά για τα chips, ο κ. Γρατσώνης αναγνώρισε ότι η εξάρτηση αυξάνεται, όσο οι συσκευές γίνονται πιο έξυπνες και πιο συνδεδεμένες.

Σε ερώτηση για τους δασμούς και την εφοδιαστική αλυσίδα, η διοίκηση ανέφερε ότι η εταιρεία είναι προσεκτική ως προς την εξασφάλιση της τροφοδοσίας και ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν φαίνεται να υπάρχει θέμα. Όσο για προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ», η BSH δεν κινείται μέσω συνεργασιών με παρόχους, αλλά δουλεύει κυρίως απευθείας με τον καταναλωτή.
Το δημογραφικό αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που παρακολουθεί η εταιρεία. Η μείωση του πληθυσμού και η αλλαγή στη σύνθεση των νοικοκυριών επηρεάζουν μακροπρόθεσμα τη ζήτηση, ωστόσο η αύξηση μικρότερων νοικοκυριών, οι ανακαινίσεις και η πορεία των στεγαστικών επιτοκίων δημιουργούν νέες ανάγκες. Όπως σημειώθηκε, κάθε φορά που μειώνονται τα επιτόκια στεγαστικών δανείων, ενισχύεται και η ανάγκη για ανακαινίσεις και εξοπλισμό κατοικιών.
Έτσι, πίσω από τον κύκλο εργασιών των 178 εκατ. ευρώ και την αισιοδοξία για το 2026, η BSH περιγράφει μια αγορά που αλλάζει ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: τιμές, ανταγωνισμός, κανάλια λιανικής, καταναλωτική συμπεριφορά, τεχνολογία, service και ενεργειακή απόδοση. Και σε αυτή τη μετάβαση, η εταιρεία επιχειρεί να τοποθετηθεί όχι ως ο φθηνότερος παίκτης, αλλά ως ο παίκτης που θα πουλά λιγότερο τη «συσκευή» και περισσότερο τη συνολική εμπειρία που τη συνοδεύει.
Διαβάστε ακόμη
Κόκκινα δάνεια: Τι ρυθμίσεις πραγματοποιούν οι servicers – Οι διαγραφές και οι ανακτήσεις
Νικόλας Πεγειώτης (PwC): «Η ανάπτυξη δεν αρκεί: Μεγαλώνεις ή μένεις πίσω στη νέα οικονομία»
Τεχνολογικό ράλι στην Ασία: Νέο ρεκόρ για το χρηματιστήριο της Σεούλ – Πάνω από τις 7.000 μονάδες ο Kospi με οδηγό τη Samsung
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




