ΕΚΤ: Οι αγορές βλέπουν αυξήσεις επιτοκίων καθώς ανεβαίνει το ενεργειακό κόστος
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν τον πληθωρισμό στο προσκήνιο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την ώρα που οι αγορές αρχίζουν να αναθεωρούν τις προσδοκίες τους για την πορεία των επιτοκίων μέσα στο 2026.
Οι προσπάθειες της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να εκπέμψει μήνυμα ηρεμίας σχετικά με τον πόλεμο και τον πληθωρισμό δοκιμάζονται, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να τιμολογούν το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων εντός του έτους.
Μέχρι πρόσφατα, οι αγορές θεωρούσαν ότι το κόστος δανεισμού θα παρέμενε κοντά στο 2% έως το 2027. Ωστόσο, η άνοδος στις τιμές της ενέργειας – λόγω των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και της στρατιωτικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν – επαναφέρει ανησυχίες για αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη.
Στάση αναμονής από τους αξιωματούχους
Δημόσια, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ επιμένουν σε μια προσέγγιση «σταθερής πορείας» όσον αφορά τα επιτόκια. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, στο εσωτερικό της τράπεζας επικρατεί μεγαλύτερη εγρήγορση για τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τις ενεργειακές εξελίξεις.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιθυμούν να διατηρήσουν ευελιξία, ακόμη κι αν προς το παρόν θεωρούν απίθανη μια άμεση παρέμβαση στη νομισματική πολιτική.
Η βασική πρόκληση για την ΕΚΤ είναι να αναγνωρίσει τους κινδύνους που δημιουργούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, χωρίς όμως να ενισχύσει περαιτέρω τη σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών μέσω των αγορών.
Οι μνήμες του 2022
Η σημερινή κατάσταση θυμίζει σε αρκετούς την περίοδο του 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε ενεργειακό σοκ και εκτόξευση του πληθωρισμού στην Ευρώπη.
Τότε, η ΕΚΤ αρχικά αγνόησε τις προσδοκίες των αγορών για αυξήσεις επιτοκίων, προτού τελικά αναγκαστεί να αλλάξει πορεία και να προχωρήσει σε επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Ωστόσο, αξιωματούχοι όπως ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό και ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας Όλαφ Σλάιπεν επιμένουν ότι οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές.
«Η φύση του σοκ είναι διαφορετική και η νομισματική πολιτική βρίσκεται ήδη σε ουδέτερη θέση», ανέφερε ο Σλάιπεν.
Παρόμοια θέση εξέφρασε και ο πρόεδρος της Deutsche Bundesbank Γιοακίμ Νάγκελ, σημειώνοντας ότι το 2022 η ευρωζώνη λειτουργούσε ακόμη υπό καθεστώς εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής, με αρνητικά επιτόκια και μεγάλα προγράμματα αγοράς ομολόγων.
Οι «ουλές» της κρίσης πληθωρισμού
Η εμπειρία της προηγούμενης κρίσης πληθωρισμού εξακολουθεί να επηρεάζει τη σκέψη των αξιωματούχων της ΕΚΤ.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας Φίλιπ Λέιν έχει παραδεχθεί ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής «κουβαλούν δύο ουλές»: αφενός την απότομη άνοδο του πληθωρισμού μετά την πανδημία και αφετέρου την πολυετή περίοδο όπου ο πληθωρισμός παρέμενε κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ.
Όπως σημείωσε, ο κίνδυνος για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι μόνο η ένταση ενός οικονομικού σοκ αλλά και η διάρκειά του — ιδιαίτερα εάν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας αρχίσουν να επηρεάζουν τους μισθούς και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Οι αγορές αλλάζουν εκτιμήσεις
Ήδη, η αναπροσαρμογή των στοιχημάτων για τα επιτόκια από τις αγορές θεωρείται μια μορφή έμμεσης σύσφιξης των χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Παράλληλα, η μεταβολή των προσδοκιών δεν περιορίζεται στην ευρωζώνη. Αντίστοιχες αναθεωρήσεις παρατηρούνται και για τη νομισματική πολιτική της Federal Reserve στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και της Τράπεζας της Αγγλίας.
Προσεκτική στάση ενόψει αποφάσεων
Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να απασχολήσουν έντονα τους αξιωματούχους της ΕΚΤ τις επόμενες εβδομάδες, ενόψει και της συνεδρίασης για τα επιτόκια στις 19 Μαρτίου.
Η δήλωση για «εγρήγορση» από το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου Ιζαμπελ Σνάμπελ υπενθύμισε σε ορισμένους αναλυτές την παλαιότερη ρητορική του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ο οποίος χρησιμοποιούσε παρόμοια διατύπωση πριν από αυξήσεις επιτοκίων.
Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα επιλέξει προς το παρόν μια πιο ψύχραιμη στάση.
Όπως σημειώνει η οικονομολόγος της Bloomberg Simona delle Chiaie, ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως είναι «η υπερβολική προσκόλληση στα διδάγματα του 2022, πριν τα νέα δεδομένα το δικαιολογούν».
Με άλλα λόγια, η μνήμη της προηγούμενης κρίσης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με την ίδια την κρίση.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.



