Ο Τραμπ εγκαταλείπει το αφήγημα της αμερικανικής ισχύος: Έκκληση για διεθνή ναυτική «ασπίδα» στα Στενά του Ορμούζ
Η κίνηση Τραμπ μετατρέπει την κρίση από διμερές μέτωπο ΗΠΑ-Ιράν σε ζήτημα παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας, πιέζοντας μεγάλους εισαγωγείς να αναλάβουν μερίδιο ευθύνης
Η νέα παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι μια ακόμη οργισμένη ανάρτηση, ούτε απλώς μια λεκτική επίδειξη ισχύος. Είναι μια πολιτική και στρατηγική κίνηση με πολλαπλούς αποδέκτες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «πολλές χώρες» θα πρέπει να στείλουν πολεμικά πλοία, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να παραμείνει ανοιχτό το στενό, κατονομάζοντας μάλιστα την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Την ίδια ώρα, απείλησε με ανελέητα πλήγματα κατά της ιρανικής ακτογραμμής και ιρανικών σκαφών, χωρίς όμως να παρουσιάσει δημόσια ποια κράτη έχουν ήδη δεσμευθεί ότι θα συμμετάσχουν. Το ίδιο το Reuters σημειώνει ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει άμεση επιβεβαίωση τέτοιας πολυεθνικής συμμετοχής από τον Λευκό Οίκο.
Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο στοιχείο της ανάλυσης: ο Τραμπ δεν περιγράφει μια ήδη συγκροτημένη συμμαχική επιχείρηση. Περιγράφει, μάλλον, ένα επιθυμητό πολιτικοστρατηγικό σχήμα που θέλει να επιβάλει ως νέα βάση συζήτησης. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να μετατρέψει μια κρίση που μέχρι τώρα εμφανίζεται ως αναμέτρηση ΗΠΑ-Ιράν σε ζήτημα διεθνούς θαλάσσιας τάξης, ενεργειακής ασφάλειας και συλλογικού κόστους. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι ρητορική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της πρόθεσής του.
Ο λόγος που ο Τραμπ επέλεξε αυτό ακριβώς το σημείο για να διεθνοποιήσει την πίεση είναι απλός. Τα Στενά του Ορμούζ είναι η σημαντικότερη ενεργειακή οδός του πλανήτη. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2025 από το Ορμούζ πέρασαν σχεδόν 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, ενώ το πέρασμα είναι κρίσιμο και για το LNG, αφού από εκεί διακινείται σχεδόν το 20% της παγκόσμιας αγοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οι εναλλακτικές παρακάμψεις είναι περιορισμένες΄, καθώς, ακόμη και με πλήρη αξιοποίηση αγωγών από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ, μπορεί να υποκατασταθεί μόνο ένα μέρος των φορτίων.
Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ποιος εξαρτάται πραγματικά από αυτό το πέρασμα. Η EIA εκτιμά ότι το 89% του αργού και των συμπυκνωμάτων που πέρασαν από το Ορμούζ στο πρώτο εξάμηνο του 2025 κατευθύνθηκαν σε ασιακές αγορές, με την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα να αντιστοιχούν μαζί στο 74% αυτών των ροών. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σήμερα πολύ περιορισμένη άμεση εξάρτηση από τα πετρελαϊκά φορτία που διασχίζουν το στενό.
Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική γραμμή «αφού εσείς ωφελείστε περισσότερο, εσείς πρέπει να συνεισφέρετε περισσότερο» δεν είναι απλώς πολιτικό σύνθημα. Πατά σε ένα υπαρκτό γεωοικονομικό δεδομένο. Και ακριβώς γι’ αυτό η δημόσια πίεση προς την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα δεν είναι συμβολική. Είναι υπολογισμένη.
Βασική πρόθεση να μοιραστεί το κόστος της ασφάλειας
Η πρώτη πρόθεση της Ουάσιγκτον είναι να μοιράσει το στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό βάρος της επιχείρησης ασφαλείας. Η διατήρηση ελευθερίας ναυσιπλοΐας σε τόσο στενό, κορεσμένο και ευάλωτο θαλάσσιο πέρασμα δεν είναι υπόθεση ρητορικής. Θέλει πλοία, αεροπορική κάλυψη, επιτήρηση, κανόνες εμπλοκής, συνεχή πληροφόρηση, διαχείριση ασφαλίστρων και πολιτική νομιμοποίηση. Η Βρετανία έχει ήδη δηλώσει ότι εργάζεται με συμμάχους πάνω σε «μια σειρά επιλογών» για τη στήριξη της εμπορικής ναυσιπλοΐας, ενώ η Γαλλία συζητά με ευρωπαϊκά, ασιατικά και αραβικά κράτη ένα πλαίσιο που θα μπορούσε αργότερα να εξελιχθεί σε επιχειρησιακή συνοδεία δεξαμενόπλοιων, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες ασφαλείας.
Η κίνηση αυτή συνδέεται και με τη διαχρονική γραμμή Τραμπ περί burden-sharing. Με απλά λόγια, ο Τραμπ επιχειρεί να πει ότι οι ΗΠΑ δεν θα είναι ο μοναδικός «δωρεάν εγγυητής» της παγκόσμιας ενεργειακής ροής, ιδίως όταν οι μεγαλύτεροι άμεσοι ωφελημένοι είναι ασιατικές οικονομίες ή ευρωπαϊκοί σύμμαχοι. Είναι η ίδια πολιτική λογική που έχει εφαρμόσει σε ΝΑΤΟ, Ουκρανία, εμπορικές σχέσεις και περιφερειακές κρίσεις: η αμερικανική ισχύς παραμένει διαθέσιμη, αλλά όχι χωρίς ανταλλάγματα, συμμετοχή και επιμερισμό κόστους. Η έκκληση για πλοία στο Ορμούζ εντάσσεται οργανικά σε αυτή τη σχολή σκέψης. Η εκτίμηση αυτή είναι συμπέρασμα που προκύπτει από το μοτίβο των κινήσεών του και από το πώς διατυπώνει δημόσια το αίτημα.
Να «παγκοσμιοποιήσει» πολιτικά την ιρανική απειλή
Ο Τραμπ γνωρίζει ότι όσο η κρίση παρουσιάζεται ως διμερής ή τριμερής σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν, τόσο πιο εύκολα ορισμένα κράτη θα κρατήσουν αποστάσεις, θα ζητούν αυτοσυγκράτηση και θα αποφεύγουν στρατιωτική εμπλοκή. Αν όμως η κρίση μετατραπεί σε ζήτημα ασφάλειας του παγκόσμιου εμπορίου, η εικόνα αλλάζει. Τότε όποιος δεν συμμετέχει δεν εμφανίζεται απλώς «ουδέτερος», αλλά περίπου ως κράτος που απολαμβάνει τα οφέλη της θαλάσσιας σταθερότητας χωρίς να αναλαμβάνει κανένα βάρος για τη διατήρησή της.
Αυτό είναι κρίσιμο και για το Ιράν. Αν απέναντί του βρεθεί μόνο ο αμερικανικός στόλος, η Τεχεράνη μπορεί να επιμένει στο αφήγημα περί αμερικανικής επιθετικότητας. Αν όμως απέναντι στη λογική του εκβιασμού της ναυσιπλοΐας συνταχθούν, έστω πολιτικά, ευρωπαϊκές και ασιατικές δυνάμεις, το ιρανικό επιχείρημα αποδυναμώνεται. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί λοιπόν να στερήσει από το Ιράν το πλεονέκτημα του «αντιαμερικανικού» πλαισίου και να το σύρει σε ένα δυσμενέστερο πλαίσιο: εκείνο της απειλής κατά της παγκόσμιας οικονομικής κανονικότητας. Αυτή η επιδίωξη δεν δηλώνεται ρητά, αλλά συνάγεται ξεκάθαρα από τη δομή της έκκλησης και την επιλογή των χωρών που κατονομάζονται.
Πίεση στην Κίνα, όχι μόνο πρόσκληση συνεργασίας
Η αναφορά στην Κίνα είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί για να καταλάβει κανείς γιατί ο Τραμπ μιλά έτσι, ενώ η Κίνα, διέρχεται ήδη από το Ορμούζ όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες. Το θέμα δεν είναι αν κινεζικά πλοία πέρασαν ή μπορούν ακόμη να περάσουν. Το θέμα είναι ότι το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος άμεσος ωφελημένος της ομαλής λειτουργίας του περάσματος και ταυτόχρονα ο σημαντικότερος οικονομικός στυλοβάτης του Ιράν στην αγορά πετρελαίου. Το Reuters είχε αναφέρει τον Ιανουάριο ότι η Κίνα απορροφούσε πάνω από το 80% των ιρανικών θαλάσσιων εξαγωγών αργού το 2025, ενώ στις αρχές Μαρτίου μετέδωσε ότι το Πεκίνο βρισκόταν ήδη σε επαφές με την Τεχεράνη για ασφαλή διέλευση κινεζικών πετρελαϊκών και καταριανών φορτίων LNG από το Ορμούζ.
Άρα ο Τραμπ δεν λέει απλώς στην Κίνα «βοήθησε». Στην πραγματικότητα της λέει κάτι πολύ πιο σκληρό: «δεν μπορείς να αγοράζεις φθηνό ιρανικό πετρέλαιο, να εξαρτάσαι από το Ορμούζ και ταυτόχρονα να αφήνεις τους Αμερικανούς να επωμίζονται μόνοι τους την ασφάλεια της ροής». Πρόκειται για συνδυασμένη πίεση γεωπολιτική, ενεργειακή και επικοινωνιακή. Αν το Πεκίνο αρνηθεί, ο Τραμπ μπορεί να το παρουσιάσει ως δωρεάν επιβάτη της αμερικανικής ναυτικής ισχύος. Αν αποδεχθεί, έστω έμμεσα, πιέζει την ίδια την Τεχεράνη, με την οποία έχει στρατηγική οικονομική σχέση. Αυτό είναι ένα κλασικό δίλημμα σχεδιασμένο να φέρει τον αντίπαλο σε άβολη θέση.
Να αυξήσει την αποτροπή χωρίς να χρειαστεί άμεση πλήρης αμερικανική κλιμάκωση
Η δημόσια πρόσκληση άλλων κρατών έχει και καθαρά στρατιωτική λογική. Η αποτροπή στην περίπτωση του Ορμούζ δεν χτίζεται μόνο με πυραύλους, αλλά και με την εικόνα ενός διευρυμένου μετώπου επιτήρησης, ανταλλαγής πληροφοριών, συνοδειών και ναυτικής παρουσίας. Όσο περισσότερες σημαίες βρίσκονται στο ίδιο επιχειρησιακό πλάνο, τόσο δυσκολότερο γίνεται για το Ιράν να υπολογίζει ότι θα χτυπήσει «ελεγχόμενα» χωρίς να προκαλέσει πολυμερή αντίδραση.
Εδώ υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Το αμερικανικό ναυτικό και η αγορά δεν αντιμετωπίζουν το θέμα με την ίδια άνεση που το παρουσιάζει ο Τραμπ. Δημοσιεύματα της 10ης Μαρτίου ήθελαν το αμερικανικό ναυτικό να παραδέχεται στη ναυτιλιακή βιομηχανία πως συνοδείες στο Ορμούζ «δεν είναι προς το παρόν εφικτές», ενώ οι εκτιμήσεις του Ναυτικού συνέκλιναν στο ότι αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο όταν μειωθεί ο κίνδυνος επίθεσης. Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Μεταφορών έχει ενεργή ναυτιλιακή οδηγία που μιλά ξεκάθαρα για κινδύνους παράνομης ιρανικής επιβίβασης, κράτησης ή κατάσχεσης πλοίων και συστήνει στα αμερικανικά πλοία να κινούνται όσο το δυνατόν πιο κοντά στα χωρικά ύδατα του Ομάν κατά τη διέλευση.
Αυτό σημαίνει ότι η έκκληση Τραμπ είναι και μία προσπάθεια κάλυψης ενός επιχειρησιακού προβλήματος: η πραγματική ασφάλεια του περάσματος είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο ακούγεται σε μια ανάρτηση. Άρα η πολυεθνική συμμετοχή δεν είναι μόνο πολιτικό κέρδος. Είναι και πρακτική ανάγκη.
Ζητά βοήθεια επειδή «δεν μπορεί» ή επειδή θέλει να φτιάξει νέο πλαίσιο;
Εδώ η απάντηση θέλει προσοχή. Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να θεωρηθεί ότι η έκκληση συνιστά απλή ομολογία αδυναμίας. Οι ΗΠΑ παραμένουν η μακράν ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη που μπορεί να επιχειρήσει στην περιοχή. Όμως το Ορμούζ είναι από τη φύση του πεδίο όπου η υπεροχή της μεγάλης δύναμης μειώνεται από τη γεωγραφία, τη μικρή απόσταση από τις ιρανικές ακτές, τη δυνατότητα ασύμμετρων χτυπημάτων με drones, ταχύπλοα, πυραύλους και νάρκες, αλλά και από το τεράστιο πολιτικό κόστος ενός λάθους που θα έκλεινε ακόμη περισσότερο την αγορά ενέργειας. Διεθνή μέσα επισημαίνουν ότι η ναυτιλία έχει σχεδόν παραλύσει τις τελευταίες ημέρες και ότι οι ασφαλείς συνοδείες δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένες άμεσα.
Άρα, ναι, υπάρχει και στοιχείο ορίου. Όχι όμως με τη στενή έννοια ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν». Περισσότερο με την έννοια ότι «οι ΗΠΑ μπορούν, αλλά το κόστος και ο κίνδυνος να το κάνουν μόνες τους είναι δυσανάλογα υψηλός». Γι’ αυτό ο Τραμπ προσπαθεί να χτίσει προληπτικά μια διεθνή νομιμοποιητική και επιχειρησιακή ομπρέλα. Είναι πιο σωστό να μιλάμε για αναζήτηση επιμερισμού ρίσκου παρά για απλή έκκληση βοήθειας λόγω αδυναμίας.
Δεν το έχει ξανακάνει; Στην πραγματικότητα, το έχει ξανακάνει με άλλο σχήμα
Εδώ υπάρχει μια σημαντική ιστορική υποσημείωση που κάνει την ανάλυση πιο ακριβή. Η σημερινή δημόσια έκκληση μπορεί να φαίνεται ασυνήθιστη, όμως δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Το 2019, επί της πρώτης θητείας Τραμπ, η CENTCOM είχε ανακοινώσει την Operation Sentinel, με ρητό στόχο τη θαλάσσια σταθερότητα, την ασφαλή διέλευση και την αποκλιμάκωση σε Περσικό Κόλπο, Ορμούζ, Κόλπο του Ομάν και Bab el-Mandeb.
Το μοντέλο εκείνο προέβλεπε ακριβώς αυτό που βλέπουμε να επανέρχεται τώρα, να μπορεί δηλαδή κάθε χώρα να συνοδεύει τα δικά της πλοία εντός ενός ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας, επιτήρησης και ανταλλαγής επίγνωσης της κατάστασης. Στη συνέχεια συγκροτήθηκε και το International Maritime Security Construct, ενώ το 2023 η 5η Στόλος των ΗΠΑ μιλούσε πάλι επίσημα για ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας και της παρουσίας γύρω από το Ορμούζ.
Επομένως, αυτό που αλλάζει τώρα δεν είναι η ιδέα της πολυεθνικής ασφάλειας στο Ορμούζ. Αυτό που αλλάζει είναι ο βαθμός κλιμάκωσης, η ρητορική ωμότητα και το γεγονός ότι ο Τραμπ το διατυπώνει σε συνθήκες ανοιχτής σύγκρουσης, με ταυτόχρονη απειλή για «ανελέητα» πλήγματα στην ακτογραμμή. Δηλαδή, επαναφέρει μια παλαιότερη στρατηγική λογική σε πολύ πιο εκρηκτικό περιβάλλον.
Γιατί η στιγμή της έκκλησης είναι τόσο σημαντική
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Την Παρασκευή ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν, αν χρειαστεί, να συνοδεύσουν δεξαμενόπλοια στο Ορμούζ. Στις 14 Μαρτίου, δεν αρκέστηκε στη δυνητική αμερικανική συνοδεία, αλλά μίλησε για αποστολή πλοίων από πολλές χώρες. Μεσολάβησαν εξελίξεις που δείχνουν γιατί. Reuters μετέδωσε ότι η Ουάσιγκτον έχει πλήξει στρατιωτικούς στόχους στο νησί Kharg, το οποίο αποτελεί κομβικό κόμβο για τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, ενώ η ίδια η αγορά πετρελαίου ήδη μετρά τις συνέπειες της στενότητας προσφοράς και της μείωσης διελεύσεων.
Από αυτή τη σκοπιά, η έκκληση δεν είναι μόνο προληπτική. Είναι και μέρος ενός διπλού μηνύματος. Προς το Ιράν λέει: «δεν θα μπορέσεις να μετατρέψεις το Ορμούζ σε μοχλό διαπραγμάτευσης χωρίς να αντιμετωπίσεις διεθνή αντίδραση». Προς τις αγορές λέει: «οι ΗΠΑ αναζητούν πλαίσιο σταθεροποίησης και δεν μένουν παθητικές». Προς τους συμμάχους και μεγάλους εισαγωγείς λέει: «τώρα είναι η ώρα να φανεί ποιος αναλαμβάνει πραγματικό κόστος για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια».
Το παράδοξο της Κίνας: Εξαρτάται περισσότερο, αλλά δύσκολα θα στείλει πολεμικά πλοία σε αμερικανικό πλαίσιο
Εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως ρεαλιστές. Το γεγονός ότι η Κίνα είναι βαθιά εκτεθειμένη στο Ορμούζ δεν σημαίνει ότι θα σπεύσει να ενταχθεί σε αμερικανική ναυτική αρχιτεκτονική. Το αντίθετο μάλιστα, ακριβώς επειδή έχει ισχυρούς ενεργειακούς και πολιτικούς δεσμούς με το Ιράν, το Πεκίνο προτιμά να ασκεί παρασκηνιακή πίεση για ασφαλή διέλευση και όχι να προσχωρεί σε σχήμα που η Τεχεράνη θα εκλάβει ως εχθρική πολυεθνική περικύκλωση. Reuters έχει ήδη μεταδώσει ότι το Πεκίνο συζητούσε με την Τεχεράνη για ασφαλή passage κινεζικών και καταριανών φορτίων. Αυτό από μόνο του δείχνει την κινεζική προτίμηση: διπλωματική διαχείριση και εξαιρέσεις, όχι αμερικανική πολεμική σημαία δίπλα στην κινεζική.
Άρα, όταν ο Τραμπ κατονομάζει την Κίνα, δεν περιγράφει το πιο πιθανό σενάριο. Περιγράφει το πολιτικά βολικότερο για τον ίδιο σενάριο. Θέλει να αναγκάσει το Πεκίνο είτε να συμμετάσχει σε ένα πλαίσιο που το δυσκολεύει στρατηγικά, είτε να αρνηθεί και να εκτεθεί ως δύναμη που ζητεί ασφάλεια χωρίς να συμβάλλει. Πρόκειται για επικοινωνιακά έξυπνη πίεση, ακόμη κι αν δεν καταλήξει σε κινεζική συμμετοχή.
Η αγορά, τα ασφάλιστρα και η ναυτιλία: η «σιωπηλή» διάσταση της έκκλησης
Πίσω από τη γεωπολιτική βιτρίνα υπάρχει και η τεχνική αγορά. Η Βρετανία έχει ήδη εμπλέξει το Lloyd’s στο σκέλος της ασφαλιστικής κάλυψης, μιλώντας για πόλεμο, τρομοκρατία και θαλάσσιο κίνδυνο. Αυτό δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα στείλει φρεγάτα, αλλά ποιος θα επιτρέψει σε πλοιοκτήτες, traders και ασφαλιστές να θεωρήσουν ξανά «διαχειρίσιμη» τη διέλευση.
Σε τέτοιες κρίσεις, η ναυσιπλοΐα δεν επανέρχεται επειδή έγινε μια επιθετική δήλωση. Επανέρχεται όταν συνδυαστούν στρατιωτική κάλυψη, ασφαλιστική δυνατότητα, επίγνωση απειλής, σαφείς θαλάσσιοι κανόνες και πολιτική βεβαιότητα ότι το κόστος χτυπήματος δεν θα το πληρώσει μόνο ο ιδιώτης πλοιοκτήτης. Με αυτή την έννοια, η έκκληση Τραμπ είναι και μήνυμα προς τις ίδιες τις αγορές: «επιδιώκω να χτίσω ομπρέλα ώστε να επανέλθουν ροές». Αν αυτό δεν πετύχει, η απλή αμερικανική αποφασιστικότητα μπορεί να μην αρκέσει για να ξεμπλοκάρει την εμπορική ναυτιλία.
Η πιο ουσιαστική ανάγνωση των προθέσεων
Αν συμπυκνώσει κανείς όλες τις παραμέτρους, η έκκληση Τραμπ δεν έχει μία μόνο ανάγνωση. Είναι ταυτόχρονα τέσσερα πράγματα.
Είναι, πρώτον, εργαλείο επιμερισμού βάρους, επειδή οι ΗΠΑ δεν θέλουν να επωμιστούν μόνες τους το κόστος ασφάλειας ενός περάσματος από το οποίο ωφελούνται κυρίως άλλοι. Είναι, δεύτερον, εργαλείο διεθνοποίησης της κρίσης, επειδή η Ουάσιγκτον θέλει να παρουσιάσει το Ιράν ως απειλή για την παγκόσμια οικονομική τάξη και όχι απλώς ως δικό της αντίπαλο. Είναι, τρίτον, εργαλείο πίεσης προς την Κίνα και ευρύτερα προς τις ασιατικές οικονομίες, που εξαρτώνται από το Ορμούζ αλλά αποφεύγουν στρατιωτική ανάληψη ευθύνης. Και είναι, τέταρτον, εργαλείο αποτροπής, διότι η πολυεθνική παρουσία -ή ακόμη και η προοπτική της- ανεβάζει το κόστος για την Τεχεράνη εάν θελήσει να συνεχίσει ασύμμετρες παρενοχλήσεις.
Το στοιχείο που δεν πρέπει να χαθεί είναι ότι η έκκληση δεν προκύπτει από αμερικανική άγνοια της κατάστασης, αλλά από επίγνωση της δυσκολίας της. Η Ουάσιγκτον ξέρει ότι το Ορμούζ δεν ανοίγει με ένα σύνθημα. Ανοίγει μόνο αν συνδυαστούν ισχύς, νομιμοποίηση, διεθνής συμμετοχή και διαχείριση του ενεργειακού σοκ. Ακριβώς γι’ αυτό ο Τραμπ ανεβάζει τώρα τόσο πολύ τον πήχη της δημόσιας πίεσης.
Η Αμερική μπορεί να βομβαρδίσει, να αποτρέψει και να συνοδεύσει. Δεν μπορεί όμως μόνη της να μετατρέψει μια παγκόσμια ενεργειακή αρτηρία σε ασφαλή διάδρομο, χωρίς να επωμιστεί όλο το ρίσκο, όλο το κόστος και όλη την πολιτική ευθύνη. Γι’ αυτό καλεί και άλλους να μπουν στο κάδρο. Και γι’ αυτό η σημερινή έκκληση είναι λιγότερο ένδειξη αδυναμίας και περισσότερο ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον θέλει να ξαναμοιράσει τους κανόνες της παγκόσμιας ασφάλειας υπέρ της.
Διαβάστε επίσης: Μέση Ανατολή: Το Ιράν απειλεί να μετατρέψει σε «στάχτη» όλες τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις που συνδέονται με τις ΗΠΑ
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.



