Πετρέλαιο θέρμανσης δύο ταχυτήτων στην Ελλάδα: Σταθερότητα στην αντλία, όχι στον λογαριασμό
Σταθερές οι τιμές στο πετρέλαιο θέρμανσης στην Ελλάδα, αλλά οι γεωγραφικές ανισότητες φτάνουν τα 200 ευρώ ανά παραγγελία
Η αγορά πετρελαίου θέρμανσης στην Ελλάδα δείχνει να έχει πατήσει προσωρινά «φρένο» στις ανατιμήσεις, χωρίς ωστόσο να προσφέρει την ίδια ανακούφιση σε όλα τα νοικοκυριά. Οι μέσες τιμές παραμένουν κοντά στα επίπεδα εκκίνησης της φετινής περιόδου, όμως πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθερότητα κρύβεται ένα έντονο γεωγραφικό χάσμα, το οποίο μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ διαφορά στο ετήσιο κόστος θέρμανσης, ιδίως για τα νησιά και τις απομακρυσμένες περιοχές.
Η εικόνα αυτή διαμορφώνεται σε ένα διεθνές περιβάλλον χωρίς καθαρή ανοδική τάση στο αργό πετρέλαιο, αλλά με αυξημένη αβεβαιότητα, γεγονός που κρατά τις τιμές «σε αναμονή» και την εγχώρια αγορά σε εύθραυστη ισορροπία.
Σταθεροποίηση στην αντλία, χωρίς ουσιαστική αποκλιμάκωση
Στην ελληνική αγορά, η μέση τιμή του πετρελαίου θέρμανσης κινείται αυτή την περίοδο κοντά στα 1,12 με 1,13 ευρώ ανά λίτρο, επίπεδα αντίστοιχα με την έναρξη της σεζόν και χαμηλότερα από τα υψηλά του Νοεμβρίου, όταν είχε προσεγγίσει τα 1,18 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια σχετική σταθεροποίηση, χωρίς όμως να συνιστά ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Στην Αττική, οι τιμές συνεχίζουν να εμφανίζουν μικρές καθημερινές διαφοροποιήσεις ανά πρατήριο, κινούμενες σε ένα εύρος από περίπου 1,10 έως 1,20 ευρώ ανά λίτρο. Το βασικό χαρακτηριστικό των τελευταίων εβδομάδων δεν είναι η τάση ανόδου ή πτώσης, αλλά η απουσία έντονων διακυμάνσεων, αποτέλεσμα τόσο της συγκρατημένης πορείας των διεθνών τιμών όσο και του γεγονότος ότι η φετινή εκκίνηση έγινε σε επίπεδα παρόμοια με τα περσινά.
Όταν η θέρμανση γίνεται ακριβότερη λόγω… χάρτη
Πίσω από τον πανελλαδικό μέσο όρο, που σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Ανάπτυξης διαμορφώνεται στα 1,123 ευρώ ανά λίτρο, αποκαλύπτεται μια βαθιά γεωγραφική ανισότητα. Οι νησιωτικές περιοχές και οι απομακρυσμένοι νομοί πληρώνουν σταθερά ακριβότερα το πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ η Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα εμφανίζουν τις χαμηλότερες τιμές.
Οι Κυκλάδες καταγράφουν τις υψηλότερες τιμές στη χώρα, αγγίζοντας κατά μέσο όρο τα 1,28 ευρώ ανά λίτρο, επίπεδο περίπου 14% υψηλότερο από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Ακολουθούν τα Δωδεκάνησα, η Κέρκυρα, η Ευρυτανία και περιοχές της Κρήτης και του Βορείου Αιγαίου, επιβεβαιώνοντας ότι το κόστος μεταφοράς και η γεωγραφική απομόνωση εξακολουθούν να «φουσκώνουν» τον λογαριασμό θέρμανσης.
Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφονται σε νομούς της Μακεδονίας και της Θράκης, με την Πιερία να εμφανίζει τη φθηνότερη μέση τιμή πανελλαδικά, κοντά στα 1,07 ευρώ ανά λίτρο, ενώ χαμηλά κινούνται επίσης η Πέλλα, η Κοζάνη, η Δράμα και η Θεσσαλονίκη.
Η αριθμητική διαφορά είναι αποκαλυπτική. Το χάσμα μεταξύ Κυκλάδων και Πιερίας ξεπερνά τα 20 λεπτά ανά λίτρο, γεγονός που για μια τυπική παραγγελία 1.000 λίτρων μεταφράζεται σε επιβάρυνση άνω των 200 ευρώ για ένα νοικοκυριό. Πρόκειται για μια «σιωπηλή ανισότητα», που επαναλαμβάνεται κάθε χειμώνα και πλήττει δυσανάλογα τα νησιά.
Το διεθνές περιβάλλον κρατά τις τιμές σε εύθραυστη ισορροπία
Σε διεθνές επίπεδο, το Brent κινείται τις τελευταίες ημέρες στο εύρος των 63 με 65 δολαρίων ανά βαρέλι, χωρίς να διαμορφώνει σαφή ανοδική δυναμική. Οι περισσότερες προβλέψεις συγκλίνουν στο ότι το βασικό σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι είτε ήπια πτωτικό είτε σταθεροποιητικό, με αυξημένη όμως μεταβλητότητα.
Η Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφόρησης των ΗΠΑ, στο πιο πρόσφατο Short-Term Energy Outlook, εκτιμά ότι η μέση τιμή του Brent θα υποχωρήσει στα 56 δολάρια το 2026 και στα 54 δολάρια το 2027, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή στην ταχύτερη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση και στη συσσώρευση αποθεμάτων.
Παρόμοια εικόνα περιγράφει και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, επισημαίνοντας ότι, παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση της ζήτησης, ο ρυθμός της είναι πιο συγκρατημένος σε σχέση με την ενίσχυση της προσφοράς, στοιχείο που ιστορικά λειτουργεί ως «ταβάνι» στις τιμές.
Αντίθετα, ο OPEC διατηρεί πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για τη ζήτηση το 2026, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας απότομης πτώσης, υπό την προϋπόθεση ότι η παραγωγική πολιτική του OPEC+ και των ΗΠΑ δεν θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερο πλεόνασμα. Στο ίδιο μήκος κύματος, διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, όπως η Goldman Sachs, τοποθετούν τον μέσο όρο του Brent για το 2026 κοντά στα 55–56 δολάρια ανά βαρέλι, με τη βασική επιφύλαξη ότι γεωπολιτικές εντάσεις ή απρόβλεπτα γεγονότα μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκαλέσουν βραχυπρόθεσμα «άλματα» στις τιμές.
Τι σημαίνει αυτό για τα ελληνικά νοικοκυριά
Για την Ελλάδα, που παραμένει καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου και πετρελαιοειδών, η πορεία του Brent περνά με χρονική υστέρηση στον λογαριασμό θέρμανσης και στο ενεργειακό σκέλος του πληθωρισμού. Ένα σενάριο τιμών κοντά στα 55 δολάρια ανά βαρέλι λειτουργεί συγκριτικά ανακουφιστικά, περιορίζοντας τις πιέσεις σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και εμπορικό ισοζύγιο.
Ωστόσο, όσο η γεωγραφία εξακολουθεί να καθορίζει το τελικό κόστος, η σταθερότητα των διεθνών τιμών δεν αρκεί από μόνη της για να εξομαλύνει τις ανισότητες. Για χιλιάδες νοικοκυριά στα νησιά, ο χειμώνας παραμένει ακριβότερος όχι λόγω αγορών ή πολέμων, αλλά λόγω απόστασης.
Διαβάστε επίσης: Πετρέλαιο θέρμανσης: Άνοδος 7% στις πωλήσεις τον Δεκέμβριο
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




